Αλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ γρα­φιά­δες

ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑ βρί­σκον­ται στοι­χι­σμέ­να τὸ ἕ­να πί­σω ἀπ΄τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες τρα­πέ­ζια. Πά­νω σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι μιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­θρω­πος.
       Κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες, κα­τὰ χι­λιά­δες, γρά­φου­με ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους γιὰ τὸν Κύ­ριο καὶ Ἀ­φέν­τη Μας. Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κά­θε τό­σο περ­νᾶ ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὶς γραμ­μέ­νες σε­λί­δες. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Κύ­ριός μας τὶς δι­α­βά­ζει ὅ­λες. Ἀν­τι­θέ­τως, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς συ­νε­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ χω­ρὶς ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της μας νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει ἀπ΄ αὐ­τὰ οὔ­τε μιὰ ἀ­ρά­δα.
       Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κι ἐ­γὼ βρί­σκο­μαι ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γρά­φω, πολ­λὰ χρό­νια. Μπρο­στά μου, ἔ­χον­τας γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη του, δου­λεύ­ει ὁ Ἀν­τώ­νιο Σκοκ­κιά­ρι, κοι­νω­νι­ο­λό­γος, ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος νὰ γρά­φει τὶς ὁ­μι­λί­ες τῶν κυ­ρί­ων ὑ­πουρ­γῶν· ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Γκέλ­μο Βά­ι­σχορν, εἰ­ση­γη­τής, ψυ­χρὸς κι ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός· δε­ξιά, ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μί­ρο Κα­στε­νέν­το­λο, ἱ­στο­ρι­κός· πί­σω μου, ὁ Ἀ­σκά­νιο Ἰν­τε­λι­κά­το, ποι­η­τὴς – ὁ θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει κα­λά.
       Ξαφ­νι­κά, κλάκ, ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­ναν δυ­να­τὸ κρό­το, μιὰ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο κι ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.
       Γύ­ρι­σαν ὅ­λοι νὰ μὲ κοι­τά­ξουν, για­τί αὐ­τὸς ὁ κρό­τος καὶ αὐ­τὴ ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα σή­μαι­ναν τὴν κα­τα­δί­κη μου. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ στιγ­μή, λό­γῳ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στης βου­λῆς τοῦ Ἀ­φέν­τη Μας, ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω ἀ­στα­μά­τη­τα, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς πο­λὺ σύν­το­μες παύ­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦν­ται γιὰ τὶς σω­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Ἂν στα­μα­τοῦ­σα, θὰ ἐρ­χό­ταν ὁ θά­να­τος.

       Ἄ­ρα­γε, μὲ ποιόν τρό­πο μὲ εἶ­χαν κοι­τά­ξει οἱ σύν­τρο­φοί μου; Μὲ λύ­πη ἢ μὲ φθό­νο; Ἤ­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τα­δι­κα­σμέ­νος ἢ ἐ­πι­λεγ­μέ­νος;
       Στὴ γλώσ­σα μας ἡ «κλή­ση» εἶ­ναι ἕ­νας βα­ρυ­σή­μαν­τος τί­τλος. Συμ­βαί­νει σπά­νια. Ἐ­δῶ καὶ ἐν­νιὰ χρό­νια, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πά­ρει αὐ­τὸν τὸν τί­τλο στὴν αἴ­θου­σά μας· καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε χρό­νια.
       Ἡ «κλή­ση» ἀ­φο­ρᾶ, σχε­δὸν πάν­τα, γρα­φιά­δες κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας. Σπα­νί­ζει στοὺς νέ­ους. Ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τὸ τὸ λό­γο πολ­λοὶ θε­ω­ροῦν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ τι­μω­ρί­α, ἀλ­λὰ γιὰ ὑ­ψη­λὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου Μας πού, ἔ­χον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου γρα­φιά, ἀ­πὸ φό­βο μὴν ζη­τή­σει σύν­τα­ξη καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ δου­λειά, τὸν κρα­τά­ει μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του.
       Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, πι­στεύ­ουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ θε­τι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ κα­πρί­τσια πού, κα­μιὰ φο­ρά, ἀ­ρέ­σουν στοὺς ἰ­σχυ­ρούς. Πραγ­μα­τι­κά, ὑ­πάρ­χουν πα­λι­ὲς πε­ρι­πτώ­σεις γρα­φιά­δων ποὺ «κλή­θη­καν», ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν πα­ρὰ μέ­τρια προ­σόν­τα.
       Ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ὡ­στό­σο εἶ­ναι οἱ ἀ­πό­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ «κλή­ση». Ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἡ ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του —ποὺ ἔρ­χε­ται στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ στα­μα­τή­σεις νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι— θο­λώ­νει τὸ νοῦ καὶ μει­ώ­νει τὴ ζω­τι­κό­τη­τα, ὥ­στε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σπά­ει, νὰ στα­μα­τά­ει νὰ γρά­φει καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται στὴ μοί­ρα του. Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ μοι­ραί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­ρε­θί­ζει καὶ πολ­λα­πλα­σιά­ζει τὶς προ­σπά­θει­ες, φέρ­νον­τας μιὰ και­νούρ­για νι­ό­τη· ἔ­τσι ὁ δι­α­λεγ­μέ­νος ἀν­τέ­χει γιὰ μιὰ μα­κρὰ πε­ρί­ο­δο γρά­φον­τας ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους μὲ ὁ­λο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρη ἀρ­τι­ό­τη­τα.
       Μά, ἂν ὁ γρα­φιὰς στα­μα­τή­σει, πῶς ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος; Ὅ­ταν οἱ δυ­νά­μεις μου λι­γο­στέ­ψουν, μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ πε­θά­νω; Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­βέ­βαι­ο. Συ­νή­θως ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ δή­μιου τῆς αὐ­λῆς. Κα­νέ­νας βί­αι­ος θά­να­τος. Μᾶλ­λον φαν­τά­ζε­ται κα­νεὶς ἕ­να θλι­βε­ρὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἀ­σι­τία, ἀ­φοῦ ὁ δυ­στυ­χὴς δὲν θὰ ἔ­χει πιὰ τὴν εὔ­νοι­α τοῦ Κύ­ριου καὶ Ἀ­φέν­τη, δη­λα­δὴ τὸ μο­να­δι­κὸ λό­γο ὕ­παρ­ξής του.
       Ὑ­πάρ­χει, ἐ­πί­σης, καὶ μιὰ ἄλ­λη θε­ω­ρί­α. Ἴ­σως ὁ θά­να­τος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ πλα­τω­νι­κὴ ἀ­πει­λή. Ἴ­σως ὁ γρα­φιὰς νὰ στα­μα­τά­ει νὰ δου­λεύ­ει, ὁ Ἄρ­χον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρεῖ, καί, ἐν ἀ­γνοί­ᾳ ὅ­λων νὰ τοῦ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­κό­μη κι ἕ­να ἔ­πα­θλο. Ἀ­φε­λεῖς οὐ­το­πί­ες.
       Ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­να κρό­το, ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε. Ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.
       Μό­νο ἐ­γώ, μὲς στὴν τε­ρά­στια αἴ­θου­σα, «κλή­θη­κα». Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ σχο­λά­σου­με ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ φύ­γουν· ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω, νὰ γρά­φω ὣς τὴν πιὸ βα­θιὰ νύ­χτα. Καὶ τὴν αὐ­γή, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­το­μο ὕ­πνο πά­νω σε ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο κρε­βά­τι, φτι­αγ­μέ­νο σὲ μιὰ γω­νιὰ ἀ­πὸ τὸν φύ­λα­κα, θὰ ξα­ναρ­χί­σω τὴ δου­λειά. Πο­τέ ξα­νὰ μιὰ μέ­ρα ἀ­νά­παυ­σης, πο­τέ ξα­νὰ δι­α­κο­πές. Κι ἂν μιὰ μέ­ρα δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρω νὰ συ­νε­χί­σω, καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τὸ τέ­λος.
       Ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς ποὺ δου­λεύ­ει δί­πλα μου, εἶ­ναι πιὰ γέ­ρος καὶ μὲ ἀ­γα­πά­ει.
       «Μὴν τὸ βά­ζεις κά­τω», λέ­ει. «Ἀ­φοῦ σὲ φώ­να­ξε ὁ Ἀ­φέν­της Μας, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι σοῦ ἔ­χει με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση.»
       «Μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ φύ­γω πιὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις; Ἐ­σεῖς σὲ λί­γο θὰ γυ­ρί­σε­τε σπί­τι σας, θὰ ξα­να­δεῖ­τε τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους σας, μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­σκά­σε­τε, νὰ γε­λά­σε­τε, νὰ δι­α­σκε­δά­σε­τε, νὰ τρι­γυρ­νᾶ­τε στὰ δά­ση καὶ στὰ λι­βά­δια. Ἐ­γώ, ὅ­μως, ὄ­χι. Ἐ­γὼ μό­νο θὰ γρά­φω, θὰ γρά­φω. Μέ­χρι πό­τε θὰ ἀν­τέ­ξω;»
       «Ποι­ός ξέ­ρει; Ἴ­σως ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της Μας, ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φεις, νὰ κα­τέ­βει ἐ­δῶ νὰ σὲ βρεῖ καὶ νὰ σὲ προ­σκα­λέ­σει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θρυ­λι­κά του γλέν­τια. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο δι­α­φέ­ρεις ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ σὲ “κα­λοῦ­σε”. Γιὰ σκέ­ψου καὶ μέ­να. Εἶ­μαι ἱ­στο­ρι­κός, γέ­ρος καὶ κου­ρα­σμέ­νος, σή­με­ρα ἔ­βα­λα τε­λεί­α στὴν πραγ­μα­τεί­α μου πά­νω στὶς δυ­αρ­χί­ες τοῦ ὕ­στε­ρου Με­σαί­ω­να, ποὺ θὰ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α μου δου­λειά, ἀ­φοῦ αὔ­ριο, ὅ­πως ξέ­ρεις, βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά σε ζη­λεύ­ω. Ἀ­πο­χω­ρῶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἄ­ση­μος κι ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της ἀ­γα­πᾶ δι­η­γή­μα­τα σὰν τὰ δι­κά σου καὶ δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α.» (Πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια· ἀν­τι­θέ­τως μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια εἶ­ναι πα­θι­α­σμέ­νος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲ δι­α­βά­ζει σχε­δὸν τί­πο­τε ἄλ­λο.)
       Σύν­το­μες κου­βέν­τες. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ γρά­φεις, νὰ γρά­φεις: αὐ­τὸς ἱ­στο­ρί­α, ἐ­γὼ ἄ­χρη­στα πα­ρα­μύ­θια. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο αὐ­τός, ὁ Κα­στε­νέν­το­λο, θὰ φύ­γει, ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ δου­λεύ­ω.
       Τὸ φῶς τοῦ πρω­ι­νοῦ λι­γο­στεύ­ει σι­γὰ- σι­γὰ κα­θὼς βρα­διά­ζει. Ντάν! τὸ καμ­πα­νά­κι ση­μαί­νει τὸ τέ­λος τοῦ ὡ­ρα­ρί­ου.
       Ἑ­κα­τό, χί­λιοι συ­νά­δελ­φοι γρα­φιά­δες ποὺ βρί­σκον­ται γύ­ρω μου στα­μα­τοῦν νὰ χτυ­πᾶ­νε τὰ πλῆ­κτρα ταυ­τό­χρο­να, ση­κώ­νον­ται, βά­ζουν τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα στὴν μη­χα­νή τους καὶ προ­χω­ροῦν πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο σὰν με­λαγ­χο­λι­κοὶ μέρ­μηγ­κες, ρί­χνον­τάς μου κλε­φτὲς μα­τι­ές· ἐ­γώ, ἀν­τί­θε­τα, μέ­νω.
       Ἀ­κό­μη κι ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο ἔ­χει ση­κω­θεῖ· μὲ κοι­τᾶ καὶ χα­μο­γε­λᾶ ὅ­λο κα­λο­σύ­νη:
       «Σὲ χαι­ρε­τῶ, ἀ­γα­πη­τέ μου φί­λε, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βρά­δυ ποὺ εἴ­μα­στε μα­ζί. Μὴ φο­βᾶ­σαι. Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ ἐ­κλε­κτός, ὁ ξε­χω­ρι­στός. Ἐ­γὼ φεύ­γω στὸ σκο­τά­δι, τώ­ρα πιὰ τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ξε­κού­ρα­ση.»
       Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει, τὸ τεν­τώ­νει γιὰ νὰ τοῦ δώ­σει τὸ σχῆ­μα τοῦ θό­λου καὶ νὰ σκε­πά­σει τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ συ­νο­μο­λο­γού­με­νου μό­χθου.
       Κλάκ, κλάκ, δυ­ὸ φο­ρὲς ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ μο­χθη­ρὸς χτύ­πος βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ Κα­στε­νέν­το­λο. Καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἀ­νά­βει ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα. «Κλη­θείς» κι αὐ­τός, ἀ­κρι­βῶς τὴν ὕ­στα­τη στιγ­μὴ τῆς κα­ρι­έ­ρας του.
       Μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος. Ἔ­χει γί­νει ἄ­σπρος σὰν τὸ κε­ρί. Ἀλ­λά, κα­τε­βά­ζει ἀρ­γὰ τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὴ μη­χα­νὴ καὶ ἰ­σι­ώ­νει τὴν τσά­κι­ση.
       Μὲ κοι­τά­ει ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά.
       «Δὲν γί­νε­ται, ὄ­χι. Γειά σου. Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει.»
       Βγῆ­κε ἀπ΄τὴν αἴ­θου­σα τε­λευ­ταῖ­ος, βα­δί­ζον­τας πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του.

       Ἔ­μει­να μό­νος μέ­σα στὴ βα­θιὰ σι­ω­πή. Ἄ­να­ψα τὴ λάμ­πα. Καὶ στὸ ἀ­μυ­δρὸ φῶς, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος ἀπ΄τὸ σκο­τά­δι, γρά­φω, γρά­φω.

Πηγή: ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ . Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου