theodoroskollias@gmale.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Α. Ελεφάντης: Από την 28η Οκτωβρίου ως τη συνθηκολόγηση

    Aπόσπασμα από το βιβλίο του Αγγελου Ελεφάντη «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης*» (1976), που εξιστορεί τα γεγονότα από την 28η Οκτωβρίου 1940 έως τη συνθηκολόγηση με τους νικητές Γερμανούς.
Aπόσπασμα από το βιβλίο του Αγγελου Ελεφάντη «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης*» (1976), που εξιστορεί τα γεγονότα από την 28η Οκτωβρίου 1940 έως τη συνθηκολόγση με τους νικητές Γερμανούς.

Φάση πρώτη: από την 28η Οκτωβρίου ως  τον θάνατο του Μεταξά
Έχει υποστηριχτεί από πολλές πλευρές ότι το τεταρτοαυγουστιανό καθεστώς είπε το ΟΧΙ «για τα μάτια». Αυτό νομίζω δεν είναι σωστό. Ο βασιλιάς είχε κάθε λόγο να προτάξει την πιο σθεναρή αντίδραση στην Ιταλία, ακριβώς την ώρα που η Αγγλία χειμαζόταν σε όλα τα μέτωπα. Ακόμη, λοιπόν, και αν υποτεθεί ότι ο Μεταξάς ήθελε να ενδώσει, δεν θα συνέβαινε το ίδιο με τον Γεώργιο. Η δύναμή του εκείνη τη στιγμή, που ακόμη δεν είχε αρχίσει να κινείται η στρατιωτική μηχανή, ήταν μεγαλύτερη από τη δύναμη των μεταξικών. Όσο για τους γερμανόφιλους, με πρώτο τον Μεταξά, δεν ήταν αναγκαστικά και ιταλόφιλοι. Δεν θα πρέπει λοιπόν να αποκλείεται η πρόθεση αντίστασης στην ιταλική επίθεση, γιατί αντίθετο στα πράγματα είναι, σοβαρές ενδείξεις δεν υπάρχουν προς τούτο και, τέλος, γιατί θα ήταν ανεξήγητη μια τέτοια έκτασης ιταλοφιλία του καθεστώτος. Άλλωστε, οι δύο παρατάξεις δεν έχουν διαφοροποιηθεί απόλυτα. Η διαφοροποίηση ολοκληρώνεται όταν η Γερμανία θα είναι επί θύρας. Βέβαια οι δυνατότητες της δικτατορίας να αντισταθεί ήταν υπονομευμένες από σοβαρές, όπως είδαμε, αιτίες, γι’ αυτό οι αντιδράσεις της έμοιαζαν και ήταν ρητορικές.
Όπως και να ’χει το πράγμα, η κριτική της πολεμικής προετοιμασίας και των πρώτων φάσεων του πολέμου αφήνει τόσα σκοτεινά σημεία ώστε η αίσθηση πως η ηγεσία δεν ήθελε να αντισταθεί στους Ιταλούς να μοιάζει αληθοφανής. Δύο παραδείγματα: το Ελληνικό Επιτελείο αφήνει να χαθεί μέσα από τα χέρια του η ευκαιρία μιας γρήγορης και επιθετικής προώθησης των ελληνικών δυνάμεων προς την Αυλώνα, πράγμα που θα τους έδινε μια σαφέστατη υπεροχή και θα δημιουργούσε τις δυνατότητες απαγκίστρωσης δυνάμεων για την άμυνα της Μακεδονίας. Επίσης το γεγονός ότι όλο τον χειμώνα του ’41 ο ελληνικός στρατός ακινητοποιείται εμπρός στο Τεπελένι, αποδεκατίζεται όχι από τις μάχες, αλλά από κρυοπαγήματα και φθείρεται σε μια εξουθενωτική εκστρατεία. Ωστόσο, οι χειρισμοί αυτοί του Επιτελείου δεν δείχνουν ότι ο Μεταξάς έκανε πόλεμο για τα μάτια αλλά ότι, όπως το καθεστώς είναι ξεκομμένο από τις δυνάμεις του έθνους, δεν μπορεί να αξιοποιήσει σωστά ούτε τα πιο ευνοϊκά στοιχεία που του παρουσιάζονται. Ο τρόπος που το ΓΕΣ σχεδίαζε τις επιχειρήσεις αποκαλύπτει ότι ο Μεταξάς ήθελε μεν να αποκρούσει την ιταλική επίθεση, όχι όμως και να εκμηδενίσει την Ιταλία, γιατί έτσι η Αγγλία θα δημιουργούσε ανέλπιστα το σταθερό μέτωπο στα Βαλκάνια, πράγμα που θα επηρέαζε τη θέση της Γιουγκοσλαβίας, ενδεχομένως και της Τουρκίας.
Την ίδια περίοδο ο Μεταξάς και το ΓΕΣ, ενώ διατείνονται ότι σε περίπτωση γερμανικής ή άλλης επιβουλής η Ελλάς θα πολεμήσει «μέχρις εσχάτων», ακολουθούν σταθερά τη γραμμή της ουδετερότητας απέναντι στη Γερμανία, όταν η δυνατότητα για ουδετερότητα έχει από καιρό εκλείψει. Έτσι τόσο ο Μεταξάς  όσο και το ΓΕΣ θα αρνηθούν την απόβαση των περιορισμένων αγγλικών δυνάμεων που το χειμώνα του 1941 ήταν διαθέσιμες –δύο έως τρεις αγγλικές μεραρχίες και αεροπορία- προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι ενώ η δύναμη αυτή δεν θα επαρκούσε για την αποτελεσματική άμυνα, θα επέσπευδε τη γερμανική επίθεση γιατί θα προσέφερε στη Γερμανία το απαιτούμενο πρόσχημα. Λες και η Γερμανία ή οποιαδήποτε άλλη εμπόλεμη δύναμη καθόριζε τις αποφάσεις της από το αν διέθετε ή δεν διέθετε εύλογα προσχήματα.
Ως τον θάνατο λοιπόν του Μεταξά, ο πόλεμος στην Αλβανία, παρά τον επιθετικό ακτιβισμό, συνεχίζεται αμυντικά. Αποκρούεται στην πράξη η μεταφορά αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα, τέλος, ορισμένοι γερμανόφιλοι παράγοντες του καθεστώτος συζητούν για τη μεσολάβηση της Γερμανίας προς κατάπαυση των εχθροπραξιών.


Φάση δεύτερη: θάνατος του Μεταξά -γερμανική επίθεση
Στο διάστημα αυτό συγκεκριμενοποιείται η γερμανική επιβουλή, αλλά ο πόλεμος στην Αλβανία συνεχίζεται σαν να μην υπήρχε το δεδομένο της επικείμενης γερμανικής επίθεσης. Στην πραγματικότητα, το ΓΕΣ εξαρτά την άμυνα της χώρας από την αγγλική ενίσχυση και τη στάση της Γιουγκοσλαβίας. Η ιδέα της αυτόνομης άμυνας δεν απασχολεί κανέναν. Ωστόσο, στο διάστημα αυτό, κι ακριβώς επειδή επίκειται η γερμανική επίθεση, η θέση της γερμανόφιλης μερίδας στον στρατό ενισχύεται αλλά και αποσαφηνίζεται. Πολλές πρωτοβουλίες ή παραλείψεις δεν μπορεί να εξηγηθούν παρά με την προκαταβολική θέση των ηγητόρων του στρατού περί μη αντίστασης στη γερμανική εισβολή.
  1. Το ΓΕΣ διατηρεί 17 εμπειροπόλεμες μεραρχίες στο αλβανικό μέτωπο ενώ για την κάλυψη της Μακεδονίας-Θράκης διατίθενται μόνο 4 μεραρχίες και δύο ταξιαρχίες πεζικού. Εν όψει άμυνας και στα δύο μέτωπα η μεταφορά στρατού από την Αλβανία στην Κεντρική Μακεδονία ήταν απολύτως αναγκαία, όπως επίσης και η επιστράτευση της Παλαιάς Ελλάδας, που δεν είχε επιστρατευτεί στο ίδιο ποσοστό με τη Νέα Ελλάδα. Αλλά στο διάστημα αυτό, δεν γίνεται καμιά στρατηγική σύμπτυξη, αναγκαία για τον περιορισμό της αμυντικής γραμμής που τώρα εκτείνεται από τον Έβρο ώς τις ακτές της Αδριατικής. Αντίθετα, ο κύριος  όγκος του στρατού ξοδεύεται και αποδεκατίζεται από τα κρυοπαγήματα αγκιστρωμένος στο Τεπελένι.
  2. Μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν ορίζεται η ακολουθητέα αμυντική γραμμή.Απορρίπτεται από τον Παπάγο η ισχυρή γραμμή άμυνας Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Όλυμπος και η ελληνική διοίκηση αποφασίζει να αμυνθεί εφ’ ολοκλήρου του μετώπου, πράγμα που, με το συσχετισμό δυνάμεων της στιγμής, αντιστοιχεί σε εγκατάλειψη του αγώνα.
  3. Επίσημες (π.χ. ο υπουργός Γ. Μερκούρης) και ανεπίσημες προσωπικότητες του καθεστώτος ζητούν τη μεσολάβηση της Γερμανίας για τον τερματισμό του ελληνοϊταλικού πολέμου και την παρέμβαση του γερμανικού στρατού μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών στην Αλβανία.
  4. Τέλος, όπως υποστήριξαν οι ίδιοι οι μέραρχοι του αλβανικού μετά τη συνθηκολόγηση, όταν ο διάδοχος Παύλος επισκέφθηκε τα Γιάννενα, στις 2.3.1941, ορισμένοι του δήλωσαν απερίφραστα ότι η άμυνα εναντίον των Γερμανών θα ήταν εγκληματική. Μάλιστα, ο διοικητής της 4ης Μεραρχίας είπε ότι «είναι αδιανόητος η άμυνα κατά σεισμού ή θεομηνίας». Οι ίδιοι οι στρατηγοί πίεζαν με υπομνήματα το ΓΕΣ ναμην επιτρέψει την απόβαση των αγγλικών δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος.

Παρά ταύτα, οι Άγγλοι άρχισαν να αποβιβάζονται στα μέσα του Μάρτη, αλλά η θέση των δύο παρατάξεων έχει πλέον διαγραφεί με σαφήνεια. Οι στρατηγικές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Άγγλους και στους περισσότερους ηγήτορες του Ελληνικού Στρατού είναι αγεφύρωτες. Γι’ αυτό και τελικά δεν εισακούεται η άποψη των Άγγλων για την αμυντική γραμμή Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Όλυμπος.
Φάση τρίτη: γερμανική επίθεση – συνθηκολόγηση

Στη συνέχεια, αφού και ο στρατός της Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας δεν συμπτύσσεται έγκαιρα (μάλιστα ορισμένα τμήματα αναλαμβάνουν επιθετικές ενέργειες προς Μπεράτι Αλβανίας, στα σερβοαλβανικά σύνορα, την ημέρα της γερμανικής επίθεσης!) ύστερα από επιθετική προέλαση των Γερμανών, προς Μέτσοβο-Καλαμπάκα, αποκόπτεται από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας. Στη φάση αυτή το υπουργείο Στρατιωτικών και οι αξιωματικοί του ΓΕΣ ήταν φανερά και κρυφά υπέρ της παράδοσης. Οι μέραρχοι της Ηπείρου το ίδιο. Στις 18 Απριλίου αποστέλλουν στην Αθήνα τον συνταγματάρχη Χρυσοχόο, επιτελάρχη του Τσολάκογλου, να ζητήσει από το ΓΕΣ να εκδώσει τη σχετική διαταγή συνθηκολόγησης. Λέγεται μάλιστα ότι ο Παπάγος, ενώ αρνιόταν να βάλει την υπογραφή του σε ένα τέτοιο έγγραφο, προέτρεπε τους στρατηγούς της Ηπείρου να αναλάβουν μόνοι τους πρωτοβουλία. Η συνθηκολόγηση πάντως δεν άργησε να έρθει.

Οι διαπραγματεύσεις, με τη μεσολάβηση του μητροπολίτη Ιωαννίνων και πρωταγωνιστές τους στρατηγούς Δεμέστιχα, Μπάκο και Τσολάκογλου, άρχισαν στις 20 Απριλίου. Στις 21 υπογράφηκε το έγγραφο παράδοσης του στρατού. Σε λίγες μέρες ο γερμανικός στρατός θα φτάσει στην Αθήνα, ενώ οι Νεοζηλανδοί στις Θερμοπύλες θα προσπαθήσουν μάταια να ανακόψουν την προέλασή του.
Η τρίτη φάση λοιπόν κλείνει με την κατοχή της Ελλάδας. Οι γερμανόφιλοι αξιωματικοί έχουν διαχωρίσει πλήρως τη θέση τους σε σχέση με τη βασιλική-αγγλόφιλη παράταξη κι έχουν ταχθεί απερίφραστα στο πλευρό των Γερμανών. Αυτοί και άλλοι παράγοντες της γερμανοφιλίας θα επανδρώσουν την πρώτη κυβέρνηση Κουίσλιγκς του στρατηγού Τσολάκογλου και τις δύο επόμενες κατοχικές κυβερνήσεις Λογοθετόπουλου και Ράλλη. Μαζί τους θα συνεργαστούν ανοιχτά ή κρυφά και τα τμήματα της αστικής τάξης που ήταν συνδεδεμένα με τη γερμανική επιρροή και όλο το νεότερο αστικό τμήμα που δημιούργησε η μαύρη αγορά και η συναλλαγή με τους κατακτητές της Κατοχής.
Το μοναρχοστρατιωτικό κράτος διχάζεται την ώρα της κατάρρευσης, όπως και οι πολιτικές και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στήριξαν. Με τη γερμανική επίθεση ξεβιδώθηκαν οι αρμοί της κρατικής μηχανής, διαλύθηκε η συνοχή του κράτους, ξέπεσαν στα μάτια του κόσμου οι εκπρόσωποί του, αποσυντέθηκαν, υλικά και ιδεολογικά, οι υπηρεσίες του.
Οι στρατηγοί, κυβερνήτες με δοτή εξουσία ελέω κομαντατούρας, θα μείνουν στην Ελλάδα χωρίς κράτος και λαό να κυβερνήσουν. Βαφτίζουν το «κράτος» τους «Ελληνική Πολιτεία» και καταλύουν επίσημα την 4η Αυγούστου. Οι στρατηγοί, μαζί με την πίστη τους στη νίκη του Άξονα, θα κάνουν σημαία μιαν  όψιμη έχθρα για το   βασιλιά, φυγάδα και υπεύθυνο της εθνικής καταστροφής, και για όλους τους «αργυρώνητους δούλους της Μεγάλης Βρετανίας και της Διεθνούς εβραιοκεφαλαιοκρατικής κλίκας». Ταυτόχρονα στο παλιό βιολί των κωνσταντινικών και των Λαϊκών θα παίξουν τις γνωστές αντιπλουτοκρατικές μελωδίες,  κοινωνική δικαιοσύνη, δίκαιη ανταμοιβή της εργασίας, θάνατος στην αισχροκέρδεια και τη φαυλοκρατία. Οι νέοι κυβερνήτες ταυτίζονται εμπρόθεσμα με την  κατακτητή. Αλλά δεν έχουν καμιά αντιπροσωπευτικότητα. Ο λαός έχει ήδη αρχίσει να παίρνει το δρόμο του.
Η άλλη μερίδα του μοναρχοστρατιωτικού συγκροτήματος κάτω από τους θυρεούς του Στέμματος φεύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή κι από κει για το  Λονδίνο. Πρόεδρος της βασιλικής κυβέρνησης είναι ο Εμμανουήλ Τσουδερός, παλαιός βενιζελικός και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Έχει δηλαδή τις δύο κατάλληλες για τη στιγμή εκείνη αρετές: είναι «δημοκρατικός» και γνώριμος του Σίτυ. Η βασιλική και αγγλόφιλη μερίδα θα στηρίξει πολιτικά τις κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής: κυβερνήσεις επίσης με δοτή εξουσία ελέω Εγγλέζων, χωρίς κράτος και λαό να κυβερνήσουν. Καταλύουν κι αυτοί επισήμως την 4η Αυγούστου και στην ξεχαρβαλωμένη κιθάρα του βενιζελισμού θα παίξουν τις γνωστές δημοκρατικές μελωδίες της ελευθερίας, του κράτους δικαίου και του αθανάτου αιωνίου  Ελλάδος.
Ο ελληνικός στόλος συγκεντρώνεται στην Αλεξάνδρεια, όπως κι ένα μικρό τμήμα του στρατού. Εκεί οι αγγλικές υπηρεσίες αναλαμβάνουν την αναδιοργάνωση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής, που με τον καιρό δεν σταματούν να αναπτύσσονται αριθμητικά, γιατί χιλιάδες Έλληνες, ιδίως από τα νησιά, τη Ν. Πελοπόννησο, τον Έβρο και τα Δωδεκάνησα φεύγουν για να συνεχίσουν τον αντιφασιστικό αγώνα σ’ ένα άλλο μέτωπο. Στον στρατό της Μέσης Ανατολής ο αστισμός θα δει το δυναμικό μέσο για τη μελλοντική αποκατάσταση της εξουσίας του.
Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, μισθοδοτούμενες από τον Άγγλο σιτιστή, δεν πασχίζουν καν να τονίσουν την παρουσία τους στην κατεχόμενη χώρα. Καλύπτονται συνεχώς πίσω από τους Άγγλους. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής δεν το είδαν ως δική τους δουλειά. Αυτά ήταν υπόθεση μεταπολεμική, κυρίως υπόθεση των Άγγλων.
Το ιδεολογικό κενό που ξαφνικά αποκαλύφθηκε με την κατάρρευση του μετώπουδεν το αναπλήρωσαν ούτε οι κυβερνήτες της Μέσης Ανατολής ούτε οι δωσίλογοι. Η αποχώρηση του βασιλιά και των άλλων και η συνθηκολόγηση των στρατηγών, που χαρακτηρίστηκαν από τον κόσμο φυγή και προδοσία, ήταν γεγονότα με εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία στη λαϊκή ψυχολογία: γίνηκαν αιτία για την απόλυτη αφερεγγυότητα τόσο της μιας όσο και της άλλης παράταξης.

Η παράδοση του στρατού από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες βιώθηκε τραυματικά. Φαντάροι κι αξιωματικοί γυρνώντας στα σπίτια τους την άνοιξη του ’41, άοπλοι και πεινασμένοι, με μόνη τη λαϊκή στοργή ως στήριγμα, ήταν ένας στρατός ταπεινωμένων νικητών. Η ανάμνηση των ανώφελων αγώνων της Αλβανίας, οι ακυρωμένες νίκες ενός στρατού που δεν νικήθηκε έδιναν στον κόσμο την αίσθηση ενός ατέλειωτου πολέμου, ενός αγώνα που μόλις είχε αρχίσει, αλλά προδόθηκε. Κάπως έτσι θα πρέπει να αισθάνθηκαν εκείνοι οι πυροβολητές που αυτοκτόνησαν έξω από τα Γιάννενα πάνω στα πυροβόλα τους την ώρα της παράδοσης των όπλων.
Όσο για τα αστικά πολιτικά κόμματα, είδαν αυτά την κατάσταση της Ελλάδας ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός: την πτώση της 4ης Αυγούστου. Η νίκη συνεπώς της  Αγγλίας θα το αποκαθιστούσε στα απαράγραπτα δικαιώματά τους: η απελευθέρωση θα ακύρωνε μια οδυνηρή γι’ αυτά ιστορία.
«Κι ενώ η πείνα σκότωνε ανθρώπους, οι πόλεις και η ύπαιθρος βογγούσαν κάτω από το πέλμα των κατακτητών, από τα σπίτια και τα γραφεία των πολιτικών αρχηγών έβγαιναν κάτι συνταρακτικές… εθνικές ειδήσεις, π.χ. ότι αύριο μεθαύριο θα υπάρξουν κοινοί εκλογικοί συνδυασμοί Λαϊκών και Φιλελευθέρων ενωμένων στην αγάπη τους για τη δημοκρατία».
Ο ελληνικός αστισμός χώθηκε μέσα σ’ ένα τέλμα. Ό,τι ήταν να συμβιβαστεί συμβιβάστηκε, ό,τι ήταν να ζήσει έζησε.
Και τα δύο κλαν της αστικής τάξης, το αγγλόφιλο και το γερμανόφιλο, που χώρισαν την άνοιξη του ’41, θα ξαναμονοιάσουν μετά το 1943.  Ο λόγος που τα χώριζε, ή μάλλον που τα είχε δημιουργήσει, με την ευνοϊκή τροπή του πολέμου υπέρ των Συμμάχων έπαψε να υπάρχει. Και όχι μόνο αυτό. Εν τω μεταξύ είχε γεννηθεί στην Ελλάδα μια νέα πολιτική πραγματικότητα απρόβλεπτη το 1941) που απειλούσε εξίσου και τις δύο παρατάξεις: η εαμική παράταξη. Τότε λοιπόν οι πολιτικοί εκπρόσωποι και των δύο μερίδων, μοναρχικοί και παλαιοδημοκρατικοί, αγγλόφιλοι και γερμανόφιλοι, τεταρτοαυγουστιανοί και παλαιοκομματικοί, κοινοβουλευτικοί και δικτατορικοί, δίνουν τα χέρια για να συντρίψουν τον κοινό εχθρό. Επειδή δε ο νέος εχθρός πλάστηκε από αντιφασιστική και δημοκρατική ύλη (συγκεντρώνοντας στο ΕΑΜ όλους τους αντιφασίστες, σοσιαλιστές, δημοκράτες, κομμουνιστές, αντιμοναρχικούς), πρώτο ιδεολογικό όπλο θα γίνει η ρεπουμπλικανική δημαγωγία. Έτσι όλοι αυτοί υπογράφουν ένα χαρτί το 1943 για την επιστροφή του βασιλιά μόνον ύστερα από δημοψήφισμα.
Στη λήξη του πολέμου το παλιό μοναρχοστρατιωτικό συγκρότημα, χωρίς Μεταξά, αλλά με την προστατευτική παρουσία του Σκόμπυ, αναβιώνει. Και θα φροντίσει να συντρίψει την εαμική παράταξη με τον εμφύλιο πόλεμο, στο όνομα του βασιλιά που φρόντισε να επαναφέρει το 1946, με δημοψήφισμα βέβαια.
(Πηγή αποσπάσματος: http://stagona4u.gr/)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου