Αλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


Αστείρευτη αρμαθιά

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ στα 1924 πρωταντικρίζει το φως στον Πύργο Ηλείας. Εγκαταλείπει τις σπουδές του στη Νομική Αθηνών για να αφιερωθεί στην ποίηση. Το 1940 δημοσιεύει δύο διηγήματα και το 1943 το ποίημα «Ο νεκρός Γ.Π.» σε έντυπα της γενέτειράς του. Τον ξεχωρίζει νωρίς ο Σεφέρης, πλάι στον οποίο μαθητεύει. Στους στενούς του φίλους συγκαταλέγονται οι Τάκης Σινόπουλος, Νίκος Καχτίτσης, Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος. Ολιγογράφος, τυπώνει ώς το τέλος της ζωής του, τον Νοέμβριο 2008, μόλις επτά συλλογές. Γευτείτε ένα μικρό απάνθισμα των στίχων του Γιώργη Παυλόπουλου:
Αποτέλεσμα εικόνας για ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ Σαν έκλεινε το μουσείο/ αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια/ κατέβαινε από το αέτωμα./ Κουρασμένη από τους τουρίστες/ έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά/ ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη/ χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της./ Η ομορφιά της ήταν για πάντα/ σταματημένη μες στο χρόνο./ Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί/ σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει./ Ερχόταν πίσω της αθόρυβα/ της άρπαζε τη μέση και το στήθος/ και μαγκώνοντας τα λαγόνια της/ με το ένα του πόδι/ έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα/ στο πλάι του εξαίσιου μηρού της./ Καθόλου δεν την ξάφνιαζε κάθε φορά που της ριχνόταν./ Αλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια./ Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας/ με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του/ και καθώς χανόταν όλη/ μες στην αρπάγη του κορμιού του/ τον ένιωθε να μεταμορφώνεται/ σιγά-σιγά σε κένταυρο./ Τώρα η αλογίσια οπλή του/ την πόναγε κάπου εκεί/ γλυκά στο κόκαλο/ και τον ονειρευότανε παραδομένη/ ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του/ να τη λαξεύει ακόμη.
Η ΣΙΩΠΗ Η Σιωπή είναι μια άγνωστη/ που έρχεται τη νύχτα./ Ανεβαίνει τη σκάλα/ χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα/ μπαίνει στην κάμαρα/ και κάθεται στο κρεβάτι μου./ Μου φοράει το δαχτυλίδι της/ και με φιλεί στο στόμα./ Τη γδύνω./ Μου δίνει τότε τις βελόνες/ και τα τρία χρώματα/ το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο./ Κι αρχίζω να κεντάω/ πάνω στο δέρμα της/ όλα όσα δε σου είπα/ και ποτέ πια δε θα σου πω.
ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή./ Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν/ τίποτα και προσπερνούνε./ Ομως μερικοί/ κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι/ και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν./ Η πόρτα τότε κλείνει./ Χτυπάνε μα κανείς/ δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί./ Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη/ και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια/ γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν./ Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν./ Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ/ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος./ Ισως τα ποιήματα που γράφτηκαν/ από τότε που υπάρχει ο κόσμος/ είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια/ για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης./ Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου