theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Ανθεκτικότητα ή αντίσταση;

 Σε πρόσφατο άρθρο του ο Αντ. Λιάκος (2/4/2018) μιλάει για την έννοια της ανθεκτικότητας,[Κλικ ΕΔΩ] επιχειρώντας να την ανασημασιοδοτήσει θετικά. Κατά πόσο είναι κοινωνικά και πολιτικά ορθολογική η πρόταξη της ανθεκτικότητας ως «στρατηγική επιλογή»;
Αρχικά, θα παρατηρήσουμε ότι οι όροι των κοινωνικών εννοιολογήσεων δεν υφίστανται ούτε ανασημασιοδοτούνται «ανεξαρτήτως ιδεολογικού πλαισίου καταγωγής». Αντίθετα, αυτό είναι που μας επιτρέπει να αποκαλύψουμε τις πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές τους στοχεύσεις.
Η ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα δημοφιλής όρος των τελευταίων χρόνων, αποτελεί τη νέα «μόδα» των αναπτυξιακών πολιτικών για την αντιμετώπιση των κρίσεων, που προωθούνται από διεθνείς φορείς (ΟΗΕ, ΟΟΣΑ) και κοινωφελή ιδρύματα (Ροκφέλερ).
ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΙΑΚΟΥ

Η ανθεκτικότητα ως όρος συναντάται αρχικά στην επιστήμη της Οικολογίας. Μεταφέρεται στην πολιτική σφαίρα μέσω της Οικονομικής Οικολογίας και μετατρέπεται από ιδιότητα των οικοσυστημάτων σε ιδιότητα των κοινωνιών. Καταγράφεται ως μέσο αντιμετώπισης των κρίσεων αρχικά στα εγχειρίδια του αμερικανικού στρατού, ως μέσο καταστολής των πιθανών εξεγέρσεων σε μεγαλουπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου, όπου σημειώνονται έντονες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Από εκεί συνεχίζει την πορεία της, για να καταλήξει σε όλα τα αναπτυξιακά σχέδια που καταρτίζονται για τις διεθνείς πόλεις.
Η παγκόσμια ύφεση από πολιτικό δημιούργημα μετατρέπεται σε φυσικό φαινόμενο, τα δε ουσιαστικά κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την κεφαλαιακή συσσώρευση και κυκλοφορία αποσιωπώνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Νέα Ορλεάνη, πόλη-μοντέλο των πολιτικών ανθεκτικότητας. Μετά τον τυφώνα «Κατρίνα» αναδιοργανώθηκε εκ βάθρων, αναδιανέμοντας προς τα πάνω τον πλούτο που προήλθε από τα αναπτυξιακά της σχέδια. Η «νέα» Νέα Ορλεάνη παραμένει η δεύτερη πόλη των ΗΠΑ με τα μεγαλύτερα ποσοστά κοινωνικών ανισοτήτων.
Η ανθεκτικότητα, σε αντίθεση με τον θεωρητικό της πρόγονο, τη βιωσιμότητα, δεν προωθεί την πρόληψη, την πρόβλεψη ή την αντίσταση, αλλά την προσαρμογή. Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής κοινωνίας προκαλεί συνεχώς μεταμορφώσεις, ρήξεις, αναδιοργανώσεις, νέες οικονομικές ανισότητες και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Η μη αναγνώρισή τους ως δομικών στοιχείων του ίδιου του καπιταλισμού νομιμοποιεί τις κρίσεις ως αναπότρεπτες και τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» ως φυσικά επακόλουθα.
Βαφτίζοντας τα πάντα εν δυνάμει «απειλές», καλούμε τα άτομα να μεταλλαχθούν σε ανθεκτικά άτομα, δηλαδή να εξατομικεύσουν την κοινωνική ευθύνη, να αναλάβουν τα ίδια την ασφάλεια και ευημερία τους. Αυτό ενεργοποιεί την ιδέα του κοινωνικού νεο-δαρβινισμού που χαρακτηρίζει τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, ότι μόνο οι πιο ικανοί μπορούν να τα καταφέρουν. Αυτός είναι ο «ρεαλιστικός προσανατολισμός» των πολιτικών ανθεκτικότητας, η παλιά συντηρητική ρητορική της αποτελεσματικότητας αντί της δημοκρατίας.
Η ανθεκτικότητα, στην καλύτερη περίπτωση, διεκδικεί μόνο την απλή επιβίωση. Ομως, το «νηφάλιο βλέμμα» με το οποίο ο Μαρξ μάς καλεί «να αντικρίσουμε τη θέση μας στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις μας» –φράση από το Μανιφέστο που δανείστηκε και ο κ. Λιάκος– υποδηλώνει ακριβώς το αντίθετο της απλής επιβίωσης απέναντι στις αλλαγές που μας επιβάλλει ο καπιταλισμός.
Οταν ο Μαρξ σημειώνει πως «καθετί σταθερό και σίγουρο εξατμίζεται», μας μυεί στην ιδέα ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός είναι αυτός που δεν εγγυάται καμία σταθερότητα και κανονικότητα. Η ουσιαστική απάντηση σε αυτό σίγουρα δεν συνίσταται στην προσαρμογή στον καπιταλισμό, στις κρίσεις του και στα παράγωγά τους, αλλά στην οργανωμένη κοινωνική και πολιτική μας αντίσταση.
* αρχιτέκτονας πολεοδόμος, υποψήφιας διδάκτορος ΕΜΠ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ


Διπλωπία και ανθεκτικότητα

Αντίσταση και όχι ανθεκτικότητα, λοιπόν. Αλλά σε ποιον θα αντισταθεί η Ελλάδα ως προς το προσφυγικό ζήτημα; Στους ίδιους τους πρόσφυγες ή σε όσες ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν τα σύνορα; Πώς θα αντισταθείς στις τρομερές συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες (και στην Ελλάδα) και στην πληθυσμιακή έκρηξη στον υπόλοιπο πλανήτη;
Σε ποιον να αντισταθούμε εν όψει της κλιματικής αλλαγής που φέρνει μεγάλες και απρόβλεπτες καταστροφές, ήδη εν εξελίξει; Δίπλα μας η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή με ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, το ένα χειρότερο του άλλου. Σε ποιον θα αντισταθεί η Ελλάδα; Γενικώς στον πόλεμο; Στο καπιταλιστικό σύστημα που παράγει και πολέμους και φυσικές καταστροφές και πρόσφυγες; Και ακόμη, σε ποιον θα αντισταθεί η ελληνική αριστερή κυβέρνηση, η κυβερνώσα Αριστερά;
Το καλοκαίρι του 2015, έπειτα από το δημοψήφισμα και τη δραματική νύχτα της διαπραγμάτευσης, όπου η κυβέρνηση δέχτηκε να υπογράψει το τρίτο Μνημόνιο, είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «Αντίσταση ή ανθεκτικότητα;» (Χρόνος, 27). Και εκεί υποστήριζα ότι η ιδεολογία και η κουλτούρα της αντίστασης, η οποία εμπεδώθηκε στην Αριστερά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα (γιατί πριν μιλούσαν για επανάσταση, θεωρώντας την αντίσταση συντηρητική έννοια) δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον. Το δημοψήφισμα και η ιστορία μετά από αυτό κάτι έχουν να μας πουν, αν πάμε πέρα από την έννοια της «προδοσίας» (που δυστυχώς ενστερνίστηκε ένα μέρος της Αριστεράς, εθισμένο να βλέπει την ιστορική εξέλιξη σαν τη δράση στα καρτούν).
Οπως συμβαίνει και με πολλές εκλογικές αναμετρήσεις και όχι μόνο στην Ελλάδα, μια σημαντική μερίδα πληθυσμού ψηφίζει υπέρ ριζοσπαστικών αλλαγών. Αλλά οι ριζοσπαστικές αλλαγές, για να πραγματοποιηθούν σε ένα περιβάλλον αντίξοο και αρνητικό, χρειάζονται θέληση για θυσίες και εφεδρείες. Τις διαθέτεις; Αυτό είναι το ζήτημα.
Είχε τη θέληση αυτή η πλειοψηφία τού «όχι» να τραβήξει με συνέπεια έναν δρόμο αντίστασης στην Ε.Ε. και τον παγκόσμιο καπιταλισμό; Υπήρχαν οι εφεδρείες γι’ αυτό; Σ’ αυτό το δίλημμα τι μπορούσε να πράξει η κυβέρνηση; Να τα παρατήσει και να σώσει την επαναστατική της τιμή ή να μπει σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης και προσαρμογών; Και αν αποφάσιζε το δεύτερο, με ποιον ιδεολογικό μπούσουλα; Με την ιδεολογία της αντίστασης; Και τι θα σήμαινε αυτό στους συγκεκριμένους όρους;
Εδώ έρχεται η έννοια της ανθεκτικότητας. Μα δεν την έχει πει ο Μαρξ. Και λοιπόν; Και άλλες έννοιες, κεντρικές και ισχυρές στη σημερινή πολιτική κουλτούρα προέρχονται από ιδεολογικά πλαίσια διαφορετικά, ακόμη και αντίθετα με τον μαρξισμό. Το τρανότερο παράδειγμα είναι η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Προήλθαν από το αντισοβιετικό οπλοστάσιο εννοιών. Εν τούτοις η έννοια των δικαιωμάτων (ξένη στον Μαρξ) έγινε σύνθημα στα κινήματα του ’60 και συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί μια πανίσχυρη δικαιωματική κουλτούρα την οποία έχει αγκαλιάσει το μεγαλύτερο μέρος της Αριστεράς, χωρίς να την εμποδίζει σ’ αυτό το γεγονός ότι την υποστηρίζει και ένα μέρος του νεοφιλελεύθερου πολιτικού φάσματος. Οι έννοιες και οι ιδέες υφίστανται συνεχείς ερμηνείες, επανερμηνείες, μεταπλάσεις. Δεν είναι κλειδωμένες στο πρώτο κείμενο που διατυπώθηκαν. Ετσι και η ανθεκτικότητα, δεν είναι εξαίρεση στον αναπροσδιορισμό του περιεχομένου της.
Βρισκόμαστε στο 2018. Ποιο είναι το ιδεολογικό στίγμα της Αριστεράς; Παρατηρεί κανείς ιδεολογική διπλωπία και πρακτική διχοστασία. Με το ένα χέρι κρατάει τις παλιές της σημαίες, με το άλλο τη σημαία της επιστροφής στην κανονικότητα. Μένουμε πιστοί στις ιδέες μας, αλλά επαναλαμβάνουμε σε όλους τους τόνους πως καταφέραμε να βγούμε στο ξέφωτο της κανονικότητας.
Ακριβώς αυτό θέλω να αντικρούσω. Δεν υπάρχει κανονικότητα. Η κανονικότητα, σ’ αυτή την εποχή, είναι μια χίμαιρα. Κι όπως έλεγε ο Μακιαβέλι, αν δεν μπορούμε να βαδίσουμε προς τον παράδεισο, ας φροντίσουμε τουλάχιστον να μη γλιστρήσουμε στην κόλαση. Δεν είναι λίγο. Ανθεκτικότητα της κοινωνίας σημαίνει επεξεργασία αρχών και στρατηγικών.
Από μας εξαρτάται αν θα είναι για τους λίγους ή για τους πολλούς, για τους αδύναμους ή για τους ισχυρούς. Διαφορετικά μπορείς να κρατάς την πίστη σου, να μιλάς τη γλώσσα των ιερών γραφών και, αν αυτή δεν σχετίζεται με την πραγματικότητα, να κάνεις τις χειρότερες δυνατές προσαρμογές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου