theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Ἀδαμάντιος Κοραῆς



Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ἀ­δα­μάν­τιος Κο­ρα­ῆς


ΝΩ­ΡΙ­ΖΕ­ΤΕ, παμ­φίλ­τα­τε, ὅ­τι διά­γω μό­νος, μὲ μί­α ὑ­πη­ρέ­τρια ποὺ μὲ πε­ρι­ποι­εῖ­ται. Κρη­τι­κιά, δὲν ξέ­ρω πῶς εὑ­ρέ­θη στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν σή­με­ρον, ποὺ τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι τό­σο ξε­βγαλ­μέ­να, εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νη ἡ σε­μνό­τη­τα κι ἡ ἀ­φο­σί­ω­ση ἐ­τού­της τῆς κο­πέ­λας. Πα­ρά­πο­νο ἀ­π’ τὴ Λαμ­πρι­νὴ δὲν ἔ­χω – ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να: τῆς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ τρα­γου­δά­ει ὁ­λη­μέ­ρα, κι αὐ­τὸ μὲ ἐ­κνευ­ρί­ζει φο­βε­ρά. Ὄ­χι δι­ό­τι δὲ μ’ ἀ­φή­νει ν’ ἀ­φο­σι­ω­θῶ στὸ γρά­ψι­μο καὶ στὴ με­λέ­τη, ὅ­σο δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νει με­τὰ πά­θους —τοὺς ξέ­ρε­τε δὰ τοὺς Κρη­τι­κούς— νὰ τρα­γου­δᾶ μο­νό­το­να ἕ­να ἄ­σμα, ποὺ λέ­γε­ται «Ἐ­ρω­τό­κρι­τος». Θὰ μ’ ἐ­ρω­τή­σε­τε βε­βαί­ως τί ἐ­στὶ τὸ ἄ­σμα ἐ­τοῦ­το. Εἶ­ν’ ἕ­να ἔ­πος πα­λαι­ὸν χι­λιά­δων στί­χων, κομ­μέ­νο καὶ ραμ­μέ­νο εἰς τὰ χνά­ρια βε­νε­τσι­ά­νι­κων προ­τύ­πων, μὲ κον­τα­ρο­μα­χί­ες καὶ μὲ γι­ό­στρες, μὲ ἔ­ρω­τες κρυ­φοὺς δυ­ὸ νέ­ων καὶ μὲ ἄρ­νη­σιν γο­νέ­ων, κττ. Μὲ δύ­ο λό­για, μνη­μεῖ­ο τοῦ πό­σο γρή­γο­ρα ὁ λα­ός μας ξε­χνά­ει τὶς πα­ρα­δό­σεις του, διὰ νὰ μι­μη­θεῖ κα­μώ­μα­τα καὶ ἄ­σμα­τα τῶν ξέ­νων. Κι ὡς πρὸς τὴν γλώσ­σα, βάρ­βα­ρος συμ­φυρ­μὸς ρω­μέ­ι­κων καὶ ξέ­νων λέ­ξε­ων, τό­σο ποὺ νὰ με­λαγ­χο­λεῖ κα­νεὶς γιὰ τὸ ἂν τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας θὰ δυ­νη­θοῦν πο­τὲ νὰ κα­θαρ­θοῦν. Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε, λοι­πόν, παμ­φίλ­τα­τε, πό­σο ἄ­θλια κα­τάν­τη­σε ἡ ζω­ή μου, ἔ­τσι ποὺ εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ὑ­φί­στα­μαι τὴ Λαμ­πρι­νὴ ἀ­δι­α­λεί­πτως. Συ­χνὰ τὴν ἱ­κε­τεύ­ω: «Πά­ψε, ἐ­πι­τέ­λους, Λαμ­πρι­νή, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ τε­λει­ώ­σω τὸν Λου­κια­νό.» Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ βου­βαί­νε­ται, μὰ σὲ δέ­κα λε­πτὰ ξα­νὰ τὰ ἴ­δια. Καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σα τὸ ἄ­σμα της ἀ­η­δές, νὰ δεῖ­τε πῶς ἔ­ξα­νε­στη ἡ Λαμ­πρι­νή: «Για­τί, κα­λὲ κύ­ρι­ε Ἀ­δα­μάν­τι­ε, εἶ­ναι ἀ­η­δί­α ὁ “Ἐ­ρω­τό­κρι­τος”; Ἐ­σεῖς ποὺ εἴ­σα­στε τό­σο σο­φός, ποῦ ἀ­κού­σα­τε ὡ­ραι­ό­τε­ρο τρα­γού­δι;» Κι εὐ­θύς τὰ ἴ­δια, δί­χως τε­λει­ω­μό. Ἀ­βά­στα­κτη ἔ­χει γί­νει ἡ ζω­ή μου. Πῶς νὰ τὴν δι­ώ­ξω; Τὴν σή­με­ρον δὲν βρί­σκεις δοῦ­λες στὸ Πα­ρί­σι. Μὰ καὶ πῶς νὰ τῆς τὸ κό­ψω; Εἶ­ναι ἡ μό­νη της ψυ­χα­γω­γί­α. Καὶ κά­θο­μαι καὶ ἀ­πελ­πί­ζο­μαι τώ­ρα ἐ­δῶ. Ξεύ­ρε­τε τί θὰ πεῖ νὰ ἀ­πε­χθά­νε­σαι τέ­τοι­α ψευ­δο­δη­μώ­δη στι­χουρ­γή­μα­τα, καὶ νὰ τ’ ἀ­κοῦς ὁ­λη­με­ρὶς μέ­σα στὸ σπί­τι σου;
  
 Μπονζάι

Πη­γή: Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, Ἡ κά­τω βόλ­τα. Δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἐκ­δό­σεις Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991. Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Οἱ ρεμ­πέ­τες τοῦ ντου­νιᾶ» (πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1986).

 

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος καὶ ὡς δι­ορ­θω­τὴς καὶ ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων. Ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ηύ­θυ­νε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος (1958-1983), κα­θὼς καὶ τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις. Τὸ 1974 ἵ­δρυ­σε τὴν Μι­κρὴ Πι­να­κο­θή­κη τῆς Δι­α­γω­νί­ου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἐ­πο­χὴ τῶν ἰ­σχνῶν ἀ­γε­λά­δων (Κο­χλί­ας, 1950).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου