theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

ΑΛΛΟΤΙΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ [ΑΝΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΖΩΑ!!!]

         Οι άνθρωποι ήταν τόσο δεμένοι με τα ζώα που τα θεωρούσαν μέλη των οικογενειών τους. Για τα άλογα λόγου χάρη, στη βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς έκοβαν ξεχωριστό κομμάτι. Πρώτα στο Χριστό, στο σπίτι, στο άλογο και μετά στα μέλη της οικογένειας. Τα άλογα εκείνη την εποχή ήσαν το δεξί χέρι του κάθε σπιτιού (Όργωμα, σβάρνισμα, αυλάκωμα, μεταφορές και τόσα άλλα)[1]. Αλλά και με τα άλλα ζώα υπήρχε άριστη σχέση και περισσότερο με τις γίδες. Με τον καιρό τα ζωοκομικά προϊόντα (γάλα, τυρί, γιαούρτη, κολάστρα)   απέκτησαν πρωτεύουσα θέση.
    Μια καλή ασχολία ήταν η βοσκή των γιδών, κυρίως στον βάλτο του Ξουραφά που είχε μπόλικο και τρυφερό χορτάρι από  αγριάδες, μουχρίτσα, βελιούρια, τζοχιά και χεροβότανα. Συνήθως πήγαιναν να βοσκήσουν τις γίδες άτομα μη παραγωγικά σε άλλες αγροτικές δουλειές, όπως τα παιδιά και οι γερόντοι. Πήγαιναν μάλιστα δυο – τρεις παρεϊτσα και η σχετική έκφραση για την περίσταση ήταν: ΄΄ Πήγε με τις γίδες΄΄.
Απ’ αυτή την ωφέλιμη ασχολία και σχέση (οι γίδες την έκαναν βουτσί και τα μαστάρια γέμιζαν γάλα) έχουν μείνει στη θύμησή μας ορισμένα άτομα για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον και το ζήλο τους με αυτή τη δραστηριότητα.
     Απ’ αυτά τα άτομα πρώτος και καλύτερος ο Γιώρης Βλάμης της Ασήμως (Ντερεχάνης). Χρόνια και χρόνια μέχρι τα βαθιά του γεράματα, με βροχή, με χαλάζι, με ζέστη και με κρύο, πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στο κούφωμα της γραμμής του τρένου, κάπου από το χωριό μέχρι τη γέφυρα της Νέδας, να βόσκει τις γίδες του. Ο μπάρμπα Γιώρης μίλαγε με τις γίδες γι’ αυτό δεν άκουγες από τον στόμα του  φωνές και γιουχαΐσματα, ούτε πετούσε πέτρες για να προγκίξει τις γίδες.
Άλλο πρόσωπο προσφιλές στο θέμα ήταν ο Παναγιώτης Γιακουμόπουλος (Καψάνης), που εκείνα τα χρόνια έδειχνε υπέρ το δέον ενδιαφέρον ως πρώτος επιτετραμμένος και εκπρόσωπος των Ξουραφάδων.
    Και να μην ξεχάσουμε μερικές κυράδες, αρχόντισσες: Την Ελένη του Κόλλια, ( Σιώκο), Την αγαπημένη μου μάνα, που προτιμούσε να μείνει όλη μέρα θεονήστικη, αρκεί οι γίδες να την κάνουν ταβούλι και να τις βάλει εξάπαντος στον ίσκιο, την Αθηνά του Θύμιου Κατσικαρώνη που είχε το πήγαινε έλα στην γραμμή μέχρι πέρα το Μπουζέικο, μεροφάι μεροδούλι, πρωί μεσημέρι βράδυ, όπως και τη Ρίνα του Βλάμη με τη Νικολέτα του Βρουλόζομα και τη Γιαννούλα του Καζάκου με την μεγάλη τους αγάπη για την Μπούκα και τη Σταθούλα του Μπάκα με την Ανδριάνα του Πετροπούλη, πάνω – κάτω στον Άγιο Νικόλα αγκαζέ με την τέσα. Αλλά και τόσες άλλες αξιοσέβαστες και αγαπητές ηρωίδες συμπατριώτισσες, την Πηνιώ, την Τάσαινα, τη Σωτήρω, τη Μιχελίνα, την Κουτσονικολάκαινα, τη Λαυραντώναινα, την Βενετσάναινα, την Ολγα, τη Λιού,  την Ασήμω, τη Βασίλω την Καρουμπαλίνα, την Αγγέλω την Αριστέα την Γιακουμίνα, τις Κατσαβίνες,τις Τσελικούδες, τις Τσιγγανίνες, τις Γιαννούλες, τη Φωτούλα, τη Νίκαινα, την Κατσικαρώναινα, τη Σοφία, την Αντώνα, τη Χαρίκλεια, την Χριστίνα, τη Χρυσούλα, τη Νικολία, τις γλυκύτατες Πανώρια (Γιαννού), την Παπαλέξαινα την Τριγύραινα, την Αθανασία αλλά και την Εφρίδικη, τη Γιώργαινα που πάλευε με την αξίνα και τη ρεντιστήρα μέχρι προχθές και την Τριανταφυλλιά που έκανε τη νύχτα μέρα. Αλλά και τις παλιότερες: τη Θανάσω, την Αριστάκαινα, τη Γαλάναινα, τη Νικολιάδαινα, την Κόλλιαινα, τη Φιγαλία, τη Θοδωράκαινα τη Βλάμαινα, τη Φαναρού και άλλες[2]πολλές.
             Πια να πρωτογράψουμε και πια να αφήσουμε!! Και που να έρθουμε στις νεώτερες αλλά για αυτές σε άλλη έκδοση μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια, αν βεβαίως ζούμε.
Ένα άλλο άτομο που είχε ιδιαίτερη σχέση με τις γίδες[3] ήταν ο Παναγιώτης, Μπάνης  Καζάκος. Είχε, που λέτε, μια γίδα ψηλή και γερή, σαν γαϊδουροπούλα  Ανέβαινε στη ράχη της και πηγαινορχόταν πρωί βράδυ στη Μπούκα. Τη λεγάμενη την έλεγαν Αντώνα, εξού και το παρατσούκλι που απέκτησε ο Μπάνης.
Μπάνης δε, ήταν παραφθορά του Παναγιώτη. Γι αυτό και ο πρώτος Μπάνης ήταν ο Παναγιώτης Κορκολής[4] σχετικός με το θέμα ως συνταξιούχος οικοδόμος.





[1] Για τη σχέση με τα άλογα διαβάστε αποσπάσματα από την αναφορά που έκανε ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου στα σαράντα του αγαπητού του μπάρμπα Γιάννη Κόλλια:
í…Πέρασαν 40 μέρες που έφυγε από κοντά μας ο μπάρμπας μου ο Γιάννης. Σήμερα τελούμε το μνημόσυνο της τιμής, της μνήμης και των δεήσεων υπέρ της αναπαύσεως της ψυχής του.
Μια βραδιά τώρα τελευταία, ξύπνιος ήμουνα, όνειρο ήταν, είδα μπροστά μου, -τι λέτε; - ένα άλογο. Ήταν ένα άλογο ψηλό, περήφανο κι όμορφο.
Χτυπάει δυνατά τα πέταλά του, τινάζει πέρα δώθε την πλούσια χαίτη του και αγέρωχα μου λέγει:
-     Γεια σου παλικάρι μου. Δεν πρέπει να με θυμάσαι. Ή με γνωρίζεις ποιος είμαι;
-     Όχι λέγω και πισωπατάω από τη σαστιμάρα και το φόβο μου.
Δεν είχα ξαναδεί άλογο να μιλάει.
Μου έκαναν εντύπωση και δυο άλλα πράγματα. Το μαύρο του τρίχωμα, κατράμι μαύρο, κατάμαυρο και γυαλιστερό από τον ιδρώτα που έτρεχε  νερό και τα δυο μεγάλα μάτια του που ήσαν υγρά και κόκκινα, βουρκωμένα.
-  Μη φοβάσαι, μου λέγει. Ξέρεις από πού έρχομαι; Ξεκίνησα από τη Λιναριά κι απ' του Συκά στου Τριγωνά βρέθηκα στα Λακούλια και στη Σπηλιά. Μετά στα Αμπέλια στο Ξηρόκαμπο, στη Χανιά, στον Άκοβο, στην Μπουρμπούλα. Διέσχισα καλπάζοντας όλον τον κάμπο και το βουνό μέχρι εκεί ψηλά τον Αηλιά. Όλα αυτά τα χωράφια τα έχω οργώσει, τα έχω σβαρνίσει, τα έχω αυλακώσει  πιθαμή την πιθαμή και πεζούλα την πεζούλα. Ξέρεις ποιος οδηγούσε τα γκέμια μου και κρατούσε το αλέτρι;  Ο φίλος μου ο Γιάννακας. Αυτόν είχα αφεντικό και φίλο. Μ΄ αυτόν πέρασα μια ζωή χαρές και λύπες. Μαζί  γινόμαστε μουσκίδι από τη βροχή και το χαλάζι. Ο αέρας φυσομανούσε και το χώμα από τις σποριές μας τύφλωνε και μας χτυπούσε σαν καμουτσί στο πρόσωπο.  Θεονήστικοι και διψασμένοι  μας συντρόφευαν οι κρωγμοί από τις καρακάξες και τα κοράκια. Μια φορά που το τσιγκέλι της σβάρνας μπήκε βαθιά στο πόδι μου, ο φίλος μου ο Γιάννης, πονούσε κι  αυτός, μου συμπαραστάθηκε και με βοήθησε.            
-     Με γνώρισες τώρα; Είμαι ο Καράς
Τότε θυμήθηκα το μαύρο άλογο, το φίλο του μπάρμπα μου, που κοιμόταν κάτω από το πάτωμα του σπιτιού μας και κάθε πρωτοχρονιά του κόβαμε το καλύτερο κομμάτι της βασιλόπιτας.
  Κοιτούσα ταραγμένος και πριν συνέλθω μου λέγει δυνατά:
-     Στα σαράντα του Γιάννακα να πεις σε όλους ότι ο Θεός αυτόν και εμένα μας έχει δίπλα Του, μαζί με τους εκλεκτούς  στον κήπο της Εδέμ. Εγώ  τρώγω τρυφερά βελιούρια και ο φίλος μου φουμάρει τα τσιγαράκια του. Τώρα η ζωή είναι χαρισάμενη.
Αυτά μου είπε και με μιας εξαφανίστηκε…ý

[2] Όλες οι κυράδες και αρχόντισσες εκείνης της γενιάς, περπάτησαν τη ζωή τους με ανέχεια, κόπους και θυσίες. Πάντα, όμως με το γέλιο, τη στωικότητα και την προσμονή. ΄΄Εχει ο Θεός΄΄  έλεγαν και πολλάκις χλεύαζαν την ίδια την πραγματικότητα για την ψυχική τους τόνωση και ηρεμία. Σχετικό είναι το παρακάτω περιστατικό. Το βραδάκι στη γειτονιά οι περισσότερες κυράδες, εκεί γύρω στα δεύτερα ήντα, κουτσομπόλευαν δεόντως. Έκαναν τέλεια κοινωνική ανάλυση των πεπραγμένων! Βεβαίως έβλεπαν μόνο τα μπροστινά σακούλια και το στόμα τους ΄΄ πήγαινε ροδάνι΄΄, παράβγαινε με τα δάκτυλά τους που έκαναν τις βελόνες του πλεχτού τους να κινούνται σαν τις χορεύτριες του μπαλέτου.  Από ζιπουνάκια και παπουτσάκια για τα εγγονάκια μέχρι μπελερίνες – χοντρό σάλι – και πλοβεράκια για τους κουρασμένους τους ώμους. Μια απ΄ αυτές έπλεκε και έπλεκε όλο το χρόνο μέχρι που ήρθε ο χειμώνας και ακόμη να τελειώσει την  δική της μπελερίνα. ΄΄Κρυώνετε ρε γυναίκες, εγώ δεν κρυώνω καθόλου΄΄ έλεγε και τάκα – τουκ τα δόντια της χτυπούσαν από το κρύο. Πέρα την άνοιξη, που είχε ζεστάνει ο καιρός, έδωσε ο Θεός και την τελείωσε. ΄΄Ρε γυναίκες κάπως κρυώνω΄΄ και τραβούσε την καινούργια της μπελερίνα από τις άκρες, ενώ οι άλλες είχαν βάλει πλέον τα τσιτάκια τους. Καινούριο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω…      
[3] Για κάθε ζώο υπάρχουν ακόμη, ως στοιχεία της παράδοσης διαδεδομένα με το στόμα και παραμένοντα στο χρόνο, ειδικές προσφωνήσεις και κελεύσματα, ανάλογα με την περίσταση, όπως: Για τα άλογα ® οοπ, ίσια, όπα, έλα, όρτ, ντε, για τα γαϊδούρια® ντε, ουστ, για τις γίδες ®πψε, γίδα μ΄,  Για τα σκυλιά ® τιτ….Για τις γάτες® τσατ, ψψψψ και για τα κοτερά ®πι,πι.
[4] Για τον Μπάνη Κορκολή στο 2ο Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους, υπάρχει σχετική αναφορά γραμμένη από τον Κυριάκο Παπακυριακόπουλο στην εφημεριδούλα του Συλλόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου