theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

"Φαίδρα" διήγημα της Αρετής Πάνου μαζί με τρεις φωτογραφίες του Ralph Gibson

 Συνάντησα τη Φαίδρα, την καθηγήτριά μου της Φυσικής στο Λύκειο. Έχει γεράσει πολύ, αλλά είναι πάντα αναγνωρίσιμη. Κοντούλα αδύνατη και στεγνή, μια μισή μερίδα, με το ίσιο αλά γκαρσόν μαλλί της, ασημένιο τώρα και τα χοντρά γυαλιά της. Τα μάτια της πήγαιναν βιαστικά πέρα δώθε, καθώς προσπαθούσε να με θυμηθεί. Εγώ δε θα μπορούσα να την ξεχάσω κι ας περνούσαν χίλια χρόνια. Σα να είχα συναντήσει ένα μυθικό ζώο, ένα λευκό μονόκερο, κάποτε. Σπουδαία γυναίκα, πρωτοπόρα. Είχε σπουδάσει Φυσική στη Γερμανία του Χίτλερ λίγο πριν τον πόλεμο και μας μιλούσε, θυμάμαι, για την επιστήμη στην υπηρεσία του κακού και τις ευθύνες του επιστήμονα. Ανύπαντρη, τότε που ανύπαντρη σήμαινε ανύπαρκτη, εκείνη υπήρχε και μας μάγευε. Είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο, είχε δει από κοντά το βόρειο σέλας κι άλλα πολλά θαύματα. Μας τα περιέγραφε στην τάξη κι ήταν σα να ταξιδεύαμε κι εμείς μαζί της. Με θυμήθηκε κι εκείνη, ήμουν από τις αγαπημένες της μαθήτριες.
Ήταν μόνη της και κουβαλούσε μια βαριά τσάντα με ψώνια. Της την πήρα από το χέρι. Δεν έχετε βοήθεια; τη ρώτησα. Μου είπε ότι έφυγε η Αλβανή που είχε για τις δουλειές του σπιτιού και έχει πρόβλημα. Να σας φέρω εγώ τη γυναίκα που έρχεται σε μένα. Είναι Ελληνίδα, πολύ καλή στη δουλειά της και έχει μεγάλη ανάγκη το μεροκάματο, της είπα. Θα σου ήμουν υποχρεωμένη, μου απάντησε και μου έδωσε τη διεύθυνση και το τηλέφωνό της.

Τη γυναίκα που καθαρίζει το σπίτι μου τη λένε Κατίνα, αλλά μέσα μου τη φωνάζω Άτλαντα. Έχει άντρα οικοδόμο που ενενηνταενιά στις εκατό μέρες είναι άνεργος, δύο γιους στο γυμνάσιο, την πεθερά της που κάποτε έδινε ένα χέρι βοηθείας και τώρα είναι κατάκοιτη από γεράματα και μια αδελφή ανάπηρη κι ανήμπορη στο μυαλό και στο σώμα. Η αδελφή της κλαίει όταν φεύγει από το σπίτι και πολλές φορές αναγκάζεται να την τραβολογά μαζί της στη δουλειά. Είναι μια λιανή γυναικούλα, άλλη μια μισή μερίδα, με θαμπά καστανά μαλλιά, πρόωρα γκριζαρισμένα, πιασμένα αλογοουρά και μάτια γεμάτα ομίχλη. Νομίζω ότι άνθρωποι σαν κι αυτή κουβαλάνε ολόκληρο τον κόσμο στις πλάτες τους.
Την πήρα με τ’ αυτοκίνητο να την πάω στη Φαίδρα. Πήρα και το γιο μου μαζί που πάει στο Λύκειο και σκέφτεται να δώσει στη Φυσικομαθηματική. Κατά βάθος έλπιζα εκείνη η μαγεία να λειτουργούσε ακόμα. Έλα, του είπα, να συναντήσεις μια καθηγήτριά μου, πολύ καλή. Αυτή με έκανε να αγαπήσω τη Φυσική. Ήρθε με τα χίλια ζόρια, γκρινιάζοντας. Άλλη όρεξη δεν είχα, δε μου φτάνουν οι δικοί μου καθηγητές να μου τη σπάνε. Στο δρόμο σταθήκαμε και πήρα μια γλάστρα με πορφυρά κυκλάμινα. Του την έδωσα να της τη δώσει εκείνος.
Το σπίτι της Φαίδρας δεν ήταν και πολύ μακριά από το δικό μου, τόσο που απόρησα πώς πέρασαν τόσα χρόνια χωρίς να πέσει η μια πάνω στην άλλη τυχαία. Ένα άνετο διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο μιας καλοφτιαγμένης πολυκατοικίας. Στις φαρδιές βεράντες υπήρχαν γλάστρες με καταπράσινα φυλλώματα, χωρίς λουλούδια. Μέσα ήταν γεμάτο βιβλία. Παντού βιβλιοθήκες και ράφια από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Τα άλλα έπιπλα ήταν λιγοστά και παλιομοδίτικα. Υπήρχαν και λίγα κάδρα με αυστηρές προσωπογραφίες και έρημα τοπία. Καθίσαμε στο σαλονάκι και μας κέρασε πορτοκαλάδα. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς έφερνε το δίσκο.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

 ~ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ~

Ένας λαχειοπώλης ήταν που γύριζε όλη μέρα με το κοντάρι των λαχνών, πουλώντας ελπίδες για να συμπληρώσει την σύνταξη. Κουτσός αλλά το χαμόγελό του, ολόκληρο. Τον θυμάμαι για χρόνια, να περνά από τη γειτονιά κάθε Τετάρτη.
Στη γωνία, μετά το «γηπεδάκι», υπήρχε μία μάντρα οικοδομών, ένα σιδεράδικο και ένα καφενείο. Πελάτες ελπίδας. Τον είχαν για γουρλή. Κάποιοι είχαν κερδίσει διάφορα μικροποσά αλλά για την εποχή, ήταν λογαριασμός. Λένε, ότι σε ένα (ακαθόριστο) κάποτε, κάποιος ( άγνωστος) είχε πάρει λαχείο από αυτόν, που κέρδισε ένα εκατομμύριο. Ήταν μία φήμη που ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε αλλά όταν τον ρώταγες αν είναι αλήθεια, σου απαντούσε «που να ξέρω; Τόσα χρόνια πουλάω λαχεία. Αν κάποιος κέρδισε, νάναι καλά και να τα χαρεί».
Η παρουσία του είχε την κανονικότητα ενός ελβετικού ρολογιού. Όταν τον έβλεπες, ήξερες ότι ήταν Τετάρτη. Η πρώτη Τετάρτη που δεν τον είδαμε, ήταν η μέρα της οριστικής του αναχώρησης. Τον είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο ενός Αμερικανού στρατιωτικού της βάσης του ελληνικού. Άκρη, με τον Αμερικανό, δεν βρέθηκε. Υπήρχε και η ετεροδικία τότε και ποτέ δεν μάθαμε περισσότερα.
Είχε μια κόρη, που είχε έρθει στη γειτονιά ρωτώντας αν κάποιος ήξερε κάτι. Θυμάμαι ότι ήταν ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα, σχεδόν αέρινο, με ένα τεράστιο χαμόγελο σαν του πατέρα της με γραμμές αβάσταχτης μελαγχολίας, που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και δούλευε κάπου, παράλληλα, γιατί η μητέρα της ήταν κατάκοιτη. Την είχα γνωρίσει γιατί, δεν θυμάμαι πως, ο πατέρας μου είχε φέρει στο σπίτι, το κοντάρι του με τους λαχνούς και ένα τσαντάκι που φορούσε, περασμένο στον ώμο και της τα έδωσε.
Ένα καλοκαίρι, λίγο πριν το μεσημέρι, καθόμουν στην μάντρα έξω από το σπίτι κάτω από τις ακακίες και διάβαζα ΜΠΛΕΚ. Κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πιω νερό από το λάστιχο και μόλις πήγα να κλείσω τη βρύση, τον άκουσα να μου λέει «να πιω και ‘γω λίγο, γιέ μου;». Ακούμπησε το κοντάρι των λαχνών στην μάντρα, έβγαλε το τσαντάκι του ώμου και το άφησε δίπλα, έσκυψε, πρώτα έπλυνε το πρόσωπο και μετά ήπιε με μικρές, υπολογισμένες γουλιές.
Έκλεισε την βρύση, τύλιξε γύρω της το λάστιχο, έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη, σκούπισε το πρόσωπό του και κάθισε στη μάντρα. «Πώς το πάθατε, με το πόδι;» τον ρώτησα «δεν σας κουράζει έτσι να περπατάτε και να πουλάτε λαχεία όλη μέρα; Δεν μπορείτε να βρείτε μία πιο ξεκούραστη δουλειά;». Γέλασε. Μου χάιδεψε το κεφάλι. «Η ζωή είναι σαν δρόμος που δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Ούτε τι θα συναντήσεις. Αλλά, ότι και αν γίνει, πρέπει να τον περπατήσεις. Ακόμη και αν είσαι σαν και μένα».
Απάντηση δεν ήτανε αλλά πρώτη φορά –και τελευταία- που του μίλαγα και είχα να ρωτήσω και άλλα. «Δεν μπορείτε να κρατήσετε ένα από τα λαχεία σας που να κερδίζει, για να μην ξαναδουλέψετε;». Ξαναγέλασε. «Δεν πιστεύω στην τύχη. Μόνο στον άνθρωπο» μου είπε. «Δηλαδή, τους κοροϊδεύετε τους ανθρώπους που τους δίνετε λαχεία;» του είπα, λίγο ξαφνιασμένος γιατί μου φάνηκε σαν κακό αυτό που είπε για την τύχη και τον είχα για καλό άνθρωπο.
«Οχι. Δεν τους κοροιδεύω. Αγοράζουν ελπίδες για να ταΐσουν τον χρόνο. Αλλιώς, ο χρόνος θα τους φάει». Έτσι όπως μιλούσε σαν πυθία, ήταν σαν την μακαρίτισσα την γιαγιά, όταν έλεγε τα παραμύθια. «Και πως τους τρώει ο χρόνος τους ανθρώπους;». «Α, όπως μαδάμε την μαργαρίτα. Πέταλο με πέταλο. Κομμάτι – κομμάτι». «Και άμα ο άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει, τι κάνει;» ρώτησα πάλι. «Χμ…» έκανε σαν να σκεφτότανε και με το ένα χέρι έτριψε το πηγούνι λες και αυτό θα βοηθούσε να κατεβάσει μία ιδέα. «Αμα δεν θέλει να πεθάνει, δεν γίνεται μαργαρίτα. Δεν αφήνει να τον μαδήσουνε».
Κοίταξε το ΜΠΛΕΚ. «Μόνο εικονογραφημένα, διαβάζεις;» με ρώτησε. «Οχι» απάντησα λίγο ντροπιασμένος, λίγο προσβεβλημένος. «Και Ιούλιο Βερν, και Δουμά και Βενέζη και Λουντέμη και Μάσκα και άλλους» του είπα. Σηκώθηκε. «Τον γέρο και την θάλασσα, το έχεις διαβάσει;» ξαναρώτησε την ώρα που περνούσε το τσαντάκι στον ώμο και πήρε πάλι το κοντάρι με τους λαχνούς.«Οχι» του είπα. «Ποιος το έχει γράψει;» ρώτησα. «Ο Χέμινγουεϊ» μου απάντησε. «Τον ξέρεις;». «Έχω δει την ταινία για ποιόν κτυπά η καμπάνα» απάντησα περήφανος. «Δεν έχεις διαβάσει, όμως;».
«Οχι, δεν έχω» του είπα λίγο πειραγμένος που δεν εκτίμησε το ότι είχα δει την ταινία. «Την άλλη βδομάδα, θα σου φέρω το βιβλίο του Χέμινγουεϊ, με τον γέρο» μου είπε.
Μου χάιδεψε ξανά το κεφάλι και έφυγε. Το βιβλίο, το βρήκα στην μάντρα, εκεί που είχαμε καθίσει, την επόμενη Τετάρτη. Είχε περάσει νωρίτερα από την ώρα του. Μέσα στο βιβλίο είχε υπογραμμίσει μία φράση μόνο. «Ο άνθρωπος καταστρέφεται αλλά δεν νικιέται ποτέ». Το σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό. Να είσαι μαργαρίτα και να τους αφήνεις να σε σκοτώνουν πέταλο με πέταλο και μνημόνιο με το μνημόνιο ή να είσαι άνθρωπος και να το παλεύεις;
του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου
πηγή: “Hμεροδρόμος” ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΟΥΞ/ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

"ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ"


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΑΛΑΜΑΣ : ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ
Παιδί, το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας -
κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής
Κι αν είναι
κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δένδρα
για τίποτ' άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόψ' το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να 'ρθει,
κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να σ' το πει, μια ιδέα να σ' το προστάξει,
κορόνα ιδέα, ιδέα σπαθί που θα είν' απάνου απ' όλα.
[ΑΠΌ ΤΟ ΒΑΣ. ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟ]

 ΑΝΆΛΥΣΗ ΤΟΥ....[ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΛΕΤΕ;]
             Το ποίημα «Οι Πατέρες του Παλαμά» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της ελληνοκεντρικής, πνευματικής και πολιτισμικής σκέψης του Κωστή Παλαμά, και εντάσσεται στη συλλογή Οι Καημοί της Λιμνοθάλασσας (1912). Πρόκειται για ένα έργο βαθιά στοχαστικό, με έντονα ιδεολογικά και φιλοσοφικά στοιχεία.
Πυρήνας του ποιήματος:
Ο ποιητής αναλογίζεται τους πνευματικούς του προγόνους, δηλαδή όχι τους βιολογικούς «πατέρες», αλλά εκείνους που επηρέασαν και διαμόρφωσαν την εθνική, πνευματική και πολιτισμική του ταυτότητα. Τους αποκαλεί «Πατέρες», γιατί μέσω της σκέψης και του έργου τους συνδέεται μαζί τους σε μια διαχρονική αλυσίδα ελληνικότητας και ανθρωπιάς.

Κύρια θεματικά στοιχεία:
Η Ιστορική Συνέχεια του Ελληνισμού
Ο Παλαμάς αντιλαμβάνεται τον ελληνισμό ως μια ζωντανή και εξελισσόμενη συνέχεια που ενώνει τον αρχαίο κόσμο, το Βυζάντιο και τη νεότερη Ελλάδα. Δεν βλέπει την Ιστορία ως παρελθόν νεκρό, αλλά ως ενεργό στοιχείο της ταυτότητάς του.
Ο Διάλογος με τους Προγόνους
Το ποίημα έχει έναν τόνο «επικλητικό». Ο ποιητής μιλά με δέος στους προγόνους του, ζητώντας τους να τον καθοδηγήσουν ή να τον εμπνεύσουν. Τους αντιμετωπίζει ως ζωντανές φωνές που ακόμη συνομιλούν με το παρόν.
Η Αποστολή του Πνευματικού Ανθρώπου
Ο Παλαμάς αυτοπροσδιορίζεται ως συνεχιστής ενός πνευματικού έργου. Δεν είναι μόνο ποιητής, αλλά και φορέας ευθύνης απέναντι στην παράδοση και το μέλλον του έθνους και του πολιτισμού.

Υφολογικά και τεχνικά χαρακτηριστικά:
Γλώσσα: Δημοτική, αλλά με έντονες λόγιες αποχρώσεις. Χρησιμοποιεί αρχαιοπρεπείς λέξεις και σύνταξη όταν θέλει να προσδώσει ύψος και βαρύτητα.
Ύφος: Πατριωτικό, σοβαρό, μεγαλόπρεπο αλλά και στοχαστικό. Ο τόνος είναι εμψυχωτικός και σε σημεία απολογητικός.
Μορφή: Ελεύθερος στίχος, αλλά με εσωτερική ρυθμικότητα.

Ερμηνευτικά:
Το ποίημα είναι μια ποιητική δήλωση ταυτότητας. Ο Παλαμάς δεν ανήκει μόνο στον καιρό του, αλλά και στο παρελθόν και στο μέλλον της Ελλάδας. Αναγνωρίζει πως είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδρομής και πως έχει καθήκον να τη συνεχίσει.
Είναι επίσης ένα μήνυμα προς τις επόμενες γενιές: για να υπάρξει εθνική πρόοδος, πρέπει να υπάρχει επαφή με τις ρίζες. Όχι ως φολκλορική αναφορά, αλλά ως ζωντανή δημιουργική σύνδεση

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΟΞΥΓΟΝΟ'"

 Αντωνία Ζεβόλη Νταουντάκη

Δεν ήταν παρουσίαση βιβλίου αυτή! Συλλαλητήριο ανθρωπιάς, αλληλεγγύης, ομορφιάς λόγου και σκέψης ήταν, ανάταση ψυχής, ελπίδα και αντίσταση στο μαύρο που μας περιβάλλει! Ναι, υπάρχει ελπίδα, ακόμα και στον τόπο μας. Μας το είπαν τα συγκινημένα αλλά αποφασισμένα πρόσωπα που πλημμύρισαν χθες, μέσα και έξω, τον χώρο του βιβλιοκαφέ Εύμαρος. Μας το είπαν οι χαροκαμένοι γονείς που ήρθαν να μιλήσουν με την πληγή στο στήθος αλλά με ατσάλινο βλέμμα. Μας το είπε η ευγενική και ήρεμη δύναμη της Μάγδας Φύσσα, ο χείμαρρος της αγανάκτησης που βγαίνοντας από την καρδιά της Αλεξάνδρας Χριστακάκη μας παρέσυρε, ο μεστός, ποιητικός και βαθειά πολιτικός λόγος του Κώστα Καναβούρη και του Ηλία Φραγγάκη, οι συγκινησιακά φορτισμένες ομιλίες των συγγραφέων του βιβλίου. Μας το ειπαν τα δακρισμένα μάτια όλων μας από την υπέροχη απόδοση- ερμηνεία αποσπασμάτων του βιβλίου από την καλή ηθοποιό Μαρία Κανελλοπούλου. Φύγαμε με το κεφάλι ψηλά από την παρουσίαση του συλλογικού βιβλίου "ΔΕΝ ΈΧΟΥΜΕ ΟΞΥΓΌΝΟ". Για πρώτη φορά μετά απο πολύ καιρό.
Προσκλητήριο συνείδησης
Αυτά είναι τα λόγια ενός συγγενή θύματος του εγκλήματος των Τεμπών, στη χθεσινή παρουσίαση του συλλογικού τόμου «δεν έχουμε οξυγόνο» και αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο τη χθεσινή βραδιά.
Ο κόσμος με τη συγκλονιστική παρουσίαση (μια φίλη έγραψε πώς δεν έχει ξαναδεί τόσο κόσμο σε παρουσίαση βιβλίου) έδειξε πώς έχει ανάγκη τέτοιες πρωτοβουλίες και διψάει για δικαιοσύνη.
Δύσκολα μπορείς να μεταφέρεις τα συναισθήματα από τα λόγια των συγγενών των θυμάτων κ. Χατζηχαραλάμπους Βασίλη και Ηλία Παπαγγελή. Και τί να γράψεις γι αυτή την απίθανη μάνα τη Μάγδα Φύσσα, υπόδειγμα συνέπειας και αγωνιστικότητας η οπο στηρίζει πάντα και παντού όλους τους αδικημένους αυτής της δύσμοιρης χώρας.
Ο Κώστας Καναβούρης με τον ποιητικό και πολιτικό λόγο μας μάγεψε και μας ταρακούνησε, όπως και η Αλεξάνδρα Χριστακάκη, πάντα μαχητική η οποία έβαλε το κοινωνικό πλαίσιο και το χρέος μας απέναντι στην κοινωνική αδικία.
Η δε Μαρία Κανελλοπούλου, μας έκανε να κλάψουμε πολλές φορές, διαβάζοντας τον πρόλογο της Μαρίας Καρυστιανου και αποσπάσματα από κείμενα του βιβλίου.
Το κλείσμο των ομιλιών έκανε ο ένας εκ των δυο ανθολόγων Ηλίας Φραγκάκης, (ο έτερος Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ζει στα Γιαννιτσά και έλειπε, που είχαν και την ιδέα, την αξιολόγηση και το συντονισμό της έκδοσης) αναφέρθηκα στο λόγο έκδοσης του βιβλίου, τη φιλοσοφία της έκδοσης και την ένταξη του στο κοινωνικό πλαίσιο όπως οφείλει να αντάσσεται η λογοτεχνία. Αναφέρθηκε δε και στο άλλο μεγάλο θέμα της εποχής, τη σφαγή στη Γάζα και πόσο σημαντικό είναι το ψήφισμα των 300 γάλλων συγγραφέων και επιστημόνων και της Εταιρείας Συγγραφέων.
Το λόγο πήραν η επιμελήτρια Θούλη Στάικου και οι συγγραφείς του βιβλίου που ήταν παρόντες στην εκδήλωση.
Ήταν το ελάχιστο (χρέος) που μπορούσαμε να κάνουμε για να σταθούμε δίπλα στους συγγενείς των θυμάτων και τον αγώνα που δίνουν.
Ήταν μια βραδιά βάλσαμο στις ψυχές μας και ελπίζουμε στον πόνο αυτών των ανθρώπων και είναι σημαντικό αυτό που είπε η Μαρία Καρυστιανού μιλώντας για το βιβλίο στον 9,84 «Ο κόσμος είναι σαν να θέλει να πάρει ένα μέρος από τον πόνο μας».
Ευγνωμοσύνη είναι η μνήμη της καρδιάς λέει ένας γάλλος συγραφέας. Είμαστε ευγνώμονες και σας ευχαριστούμε για τη χθεσινή βραδιά. Θα την θυμόμασστε πάντα
ΥΓ Θέλουμε να ευχαριστήσουμε τo TVXS που μετέδωσε την εκδήλωση, το Rosa.gr, τον 105,5 και την έκπληξη της βραδιάς το Μέγκα Τσάνελ που με δική του πρωτοβουλία ήρθε για να καλύψει την παρουσίαση.
ΟΛΌΚΛΗΡΗΗ Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ: https://m.youtube.com/watch?v=E6SLq6dcU4Q

Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

Η μάνα χελιδόνα. Όλες μάνες πρέπει να είμαστε χελιδόνες!

       

Αντωνία Ζεβόλη Νταουντάκη 

Από την άνοιξη είχανε χτίσει τη φωλιά τους ένα ζευγάρι χελιδόνια κάτω από το μπαλκονάκι του πάνω ορόφου, ευθεία στο οπτικό μας πεδίο από το παράθυρο της κουζίνας. Τα
καμάρωνα κάθε μέρα και απολάμβανα τα τιτιβίσματά τους, τους έρωτές τους, τον τρόπο ζωής τους (μέχρι και συζυγικό καυγά χελιδονιών παρακολούθησα μια μέρα. Σοβαρά το λέω). Πέρασαν οι μέρες και το ζευγαράκι τεκνοποίησε μέσω πέντε αυγών. Τα ζέσταινε φιλότιμα το θηλυκό, με το αρσενικό να της κρατάει συντροφιά τιτιβίζοντας από το απέναντι κλαδί της τριανταφυλλιάς μας. Σε λίγες μέρες εμφανίστηκαν πέντε κεφαλάκια ''γουλί'', με κίτρινες μυτούλες που άνοιγαν και γίνονταν χωνιά κάθε φορά που η μαμά και ο μπαμπάς έφερναν και απόθεταν μέσα εκεί τις μυγούλες η τα κουνουπάκια που έπιαναν στον αέρα. Παράλληλα, η μάνα άρχισε να τα εκπαιδεύει, πάντα με το παράδειγμά της. Στην αρχή τους έδειξε πως να γυρίζουν το σώμα τους και να ''λερώνουν'' έξω από τη φωλιά. Γελούσα κάθε φορά που έβλεπα πέντε μικρούλια οπίσθια να κουτσουλάνε τη γλάστρα που έσπευσα να βάλω από κάτω για ευνόητους λόγους... Πέρασαν κι άλλες μέρες και τα μικρούλια άρχισαν να ''μαλιάζουν'', να βγάζουν πιό δυνατές φωνούλες, να ''λιπαίνουν'' περισσότερο τη γλάστρα και να κουνάνε τα φτεράκια τους σαν να τα δοκιμάζουν. Η άνοιξη είχε περάσει, το καλοκαίρι είχε προχωρήσει και πησίαζε η μεγάλη ώρα να τ' απλώσουν και να πετάξουν για τους δικούς τους ορίζοντες.
Μια μέρα που δούλευα βαριεστημένη, απέσπασαν την προσοχή μου δυνατά τιτιβίσματα από το ανοιχτό παράθυρο. Όχι, δεν έμοιαζαν με τα τιτιβίσματα που άκουγα άλλες φορές. Ήταν δυνατά και συνεχόμενα, σαν να σήμαιναν συναγερμό! Γύρισα και είδα μια ιδιαίτερη, συνεχή κίνηση από τη μάνα χελιδόνα. Ένα επίμονο πέταγμα γύρω από τη φωλιά και μια φωνή- παρότρυνση που έπαιρνε απόκριση από τα μικρά. Σχεδόν άρχισα να καταλαβαίνω τη γλώσσα τους, τόσο εκφραστική ήταν. Σαν εκείνη να τους φώναζε: ''Ετοιμαστείτε για το μεγάλο άλμα στο κενό''. Κι εκείνα να απαντούσαν: '' Όχιιι, δεν το κουνάμε από την ασφάλεια της φωλιάς''… Κάποια στιγμή η χελιδόνα άρχισε να κάνει πτήσεις-δρομολόγια από τη φωλιά, μέχρι το κοντινό κάγκελο του μπαλκονιού. Στεκόταν για λίγο και πάλι πίσω στη φωλιά. Ταυτόχρονα, άρχισε να σκουντάει ένα- ένα χωριστά τα μικρά της, παροτρύνοντάς τα να κάνουν το ίδιο. Ένα που φαινότανε πιό θαρραλέο, αποφάσισε να δοκιμάσει. Η χελιδόνα άφησε τ' άλλα και ασχολήθηκε μ'αυτό. Του έδειξε δύο φορές πως να φτάσει στο κάγκελο και εκείνο, με τα αδύναμα φτεράκια του να παραπαίουν, το τόλμησε. Έφτασε στο κάγκελο και στάθηκε λίγο να ξαποστάσει. Στο πρώτο του πέταγμα, πετούσε δίπλα του και η χελιδόνα. Μετά, εκείνη άρχισε να πετάει από το κοντινό μας κάγκελο στο κάγκελο του απέναντι σπιτιού, επέστρεφε και του έδειχνε να κάνει το ίδιο. Όταν το μικρό κατάφερε κι αυτό, τότε η χελιδόνα πέταξε ελεύθερα στον ουρανό, παίρνοντάς το μαζί της για το πρώτο ταξίδι. Τι θ' απογίνουν τα υπόλοιπα; σκέφτηκα. Λες να τα εγκαταλείψει; Σε λίγο την είδα να έρχεται με φόρα και να επαναλαμβάνει το ίδιο ακριβώς σκηνικό, με τα άλλα τρία μικρά. Το τελευταίο όμως, το πέμπτο, άτολμο και φοβισμένο, αρνιόταν πεισματικά να εγκαταλείψει τη φωλιά. Πήγαινε μέχρι την άκρη, κοιτούσε κάτω, και αμέσως χωνότανε πάλι μέσα σαν να το έπιανε πανικός και ίλιγκος! Υπομονετικά η χελιδόνα ασχολήθηκε όλο το απόγευμα μαζί του. Έκανε και ξανάκανε άπειρες φορές τα δρομολόγια μέχρι το κάγκελο και μετά γύριζε φωνάζοντας τσιρ-τσίρ επίμονα, το σκούνταγε, του έδειχνε το δρόμο. Τίποτα αυτό! Ε, στο τέλος θα το εγκαταλείψει στην τύχη του,

έλεγα και το φοβόμουνα. Αντίθετα, όσο περνούσε η ώρα, τόσο πείσμωνε και σχεδόν θύμωνε η χελιδόνα. Κάποια στιγμή αγρίεψε για τα καλά. Άρχισε να βγάζει κάτι τσιρίδες που πρέπει ν’ ακουγόταν από μακριά. Μπήκε μέσα στη φωλιά και σπρώχνοντάς το, τσιμπώντας το, χτυπώντας το με τα φτερά της, το πέταξε κυριολεκτικά έξω! Εκείνο έντρομο τραμπαλίστηκε μια- δυό φορές, και μετά, αναγκαστικά, άνοιξε τα φτεράκια του κι έκανε ότι του έδειχνε η μάνα που πετούσε δίπλα του. Αρπάχτηκε από το κάγκελο του μπαλκονιού τρέμοντας αλλά ανακουφισμένο, ενώ εκείνη στάθηκε δίπλα του ήρεμη, αφήνοντάς το να ξεκουραστεί περισσότερη ώρα από τα άλλα. Το επόμενο δρομολόγιο στο απέναντι μπαλκόνι, ήταν εμφανώς πιο εύκολο και πριν σουρουπώσει, πετούσε κι αυτό στους ανοιχτούς ορίζοντες. Η χελιδόνα στάθηκε και στο δικό του πλευρό μέχρι τέλους. Το βοήθησε με επιμονή, με τρυφερότητα, αλλά και αποφασιστικότητα. Κι’ όταν χρειάστηκε, δεν δείλιασε να του δώσει το τελικό σπρώξιμο στη ζωή. Σε λίγες μέρες που θα ταξίδευαν τα χελιδόνια μαζί με το καλοκαίρι για χώρες μακρινές, θα ήταν κι αυτό μαζί τους. Δεν θα ήταν καταδικασμένο να μην επιβιώσει στο έλεος του σκληρού χειμώνα που θ’ ακολουθούσε.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

0 ΚΑΒΑΦΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ & ΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

 Από την Δημ. Ζεβόλη



Σαν προχθές 29 Απριλίου 1863 γεννήθηκε ο μεγαλύτερος ελληνικός (χρησιμοποιώ τον όρο με την έννοια που ο ίδιος του προσέδιδε) ποιητής.
Πέθανε με μία αξιοσημείωτη συνέπεια ακριβώς εβδομήντα χρόνια μετά την ίδια μέρα.
Έχουν γράψει πολλοί γιαυτόν, δύσκολα να επιλέξεις, παρά ταύτα καταλήγω στον Καζαντζάκη.
Ο Καζαντζάκης τον συνάντησε στο σπίτι του στην Αλεξάνδρεια το 1927 και γράφει:
«Η πιο εξαιρετική πνεματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης. Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσά μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα κι ουίσκι –και πίνουμε.
Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει, με κάποια προσπάθεια, η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής.
Έπρεπε να είχε γεννηθεί στο 15ο αιώνα στη Φλωρεντία, καρδινάλιος, μυστικοσύμβουλος του Πάπα, έκτακτος απεσταλμένος στο Παλάτι του Δόγη, στη Βενετία, και επί πολλά χρόνια, –πίνοντας, αγαπώντας, χαζεύοντας στα κανάλια, γράφοντας, σωπαίνοντας– να διαπραγματεύεται τις πιο σατανικές και πολύπλοκες και σκανδαλώδεις υπόθεσες της καθολικής Εκκλησίας.
Ξεχωρίζω στα σκοτεινά, πάνου στο ντιβάνι, τη φυσιογνωμία του –πότε όλο έκφραση μεφιστοφελική κι ειρωνεία και τα ωραία μαύρα μάτια του ξάφνου αστράφτουν μόλις πέσει απάνω τους μια μικρή αχτίδα από το φως των κεριών, και κάποτε πάλι γέρνει, όλο φινέτσα, παρακμή και κούραση.
Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα –και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.
Έτσι που για πρώτη φορά τον βλέπω απόψε και τον ακούω, νιώθω πόσο σοφά μια τέτοια πολύπλοκη, βαρυφορτωμένη ψυχή της άγιας παρακμής κατόρθωσε να βρει τη φόρμα της –την τέλεια που της ταιριάζει– στην τέχνη και να σωθεί.
Ο εξωτερικά πρόχειρος μα σοφά μελετημένος στίχος του Καβάφη, η θεληματικά αλλοπρόσαλλη γλώσσα του, η απλοϊκή ρίμα του, είναι το μόνο σώμα που μπορούσε πιστά να περικαλύψει και να φανερώσει την ψυχή του.
Σώμα και ψυχή στα τραγούδια του είναι ένα. Σπάνια στην ιστορία της φιλολογίας μας μια τέτοια ενότητα υπήρξε τόσο οργανικά τέλεια.
Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά, ξεθωριασμένα φύλλα, με μακρό ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο. Ο Καβάφης έχει όλα τα τυπικά χαραχτηριστικά ενός εξαιρετικού ανθρώπου της παρακμής – σοφός, ειρωνικός, ηδονιστής, γόης, γιομάτος μνήμη. Ζει σαν αδιάφορος, σα θαρραλέος.
Κοιτάζει ξαπλωμένος σε μια μαλακή πολυθρόνα από το παράθυρό του και περιμένει τους Βαρβάρους να προβάλουν. Κρατάει περγαμηνή με λεπτά καλλιγραφημένα εγκώμια, είναι ντυμένος γιορτάσιμα, βαμμένος με προσοχή, και περιμένει. Μα οι βάρβαροι δεν έρχουνται, κι αναστενάζει κατά το βράδυ, ήσυχα, και χαμογελά ειρωνικά για την απλοϊκότητα της ψυχής του να ελπίζει.
Κοιτάζω απόψε και χαίρουμαι τη γενναία αυτή ψυχή που αποχαιρετά αργά, παθητικά, χωρίς δύναμη και χωρίς λιποψυχία, την Αλεξάνδρεια που χάνει.
Μα δεν πίνετε καθόλου! Είναι χιώτικη, σας ορκίζουμαι! Γιατί σωπάσατε;
Σκύβει και μου γιομίζει το ποτήρι, και το μάτι του για μια στιγμή έλαμψε με σαρκασμό κι ευγένεια.
Μα εγώ σώπαινα, γιατί συλλογίζουμουν το θαμαστό του τραγούδι Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον και δεν του αποκρίνουμουν, γιατί το έλεγα σιγά σιγά από μέσα μου:
Σαν έξαφνα ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.»