Συνάντησα τη Φαίδρα, την καθηγήτριά μου της Φυσικής στο Λύκειο. Έχει γεράσει πολύ, αλλά είναι πάντα αναγνωρίσιμη. Κοντούλα αδύνατη και στεγνή, μια μισή μερίδα, με το ίσιο αλά γκαρσόν μαλλί της, ασημένιο τώρα και τα χοντρά γυαλιά της. Τα μάτια της πήγαιναν βιαστικά πέρα δώθε, καθώς προσπαθούσε να με θυμηθεί. Εγώ δε θα μπορούσα να την ξεχάσω κι ας περνούσαν χίλια χρόνια. Σα να είχα συναντήσει ένα μυθικό ζώο, ένα λευκό μονόκερο, κάποτε. Σπουδαία γυναίκα, πρωτοπόρα. Είχε σπουδάσει Φυσική στη Γερμανία του Χίτλερ λίγο πριν τον πόλεμο και μας μιλούσε, θυμάμαι, για την επιστήμη στην υπηρεσία του κακού και τις ευθύνες του επιστήμονα. Ανύπαντρη, τότε που ανύπαντρη σήμαινε ανύπαρκτη, εκείνη υπήρχε και μας μάγευε. Είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο, είχε δει από κοντά το βόρειο σέλας κι άλλα πολλά θαύματα. Μας τα περιέγραφε στην τάξη κι ήταν σα να ταξιδεύαμε κι εμείς μαζί της. Με θυμήθηκε κι εκείνη, ήμουν από τις αγαπημένες της μαθήτριες.
Ήταν μόνη της και κουβαλούσε μια βαριά τσάντα με ψώνια. Της την πήρα από το χέρι. Δεν έχετε βοήθεια; τη ρώτησα. Μου είπε ότι έφυγε η Αλβανή που είχε για τις δουλειές του σπιτιού και έχει πρόβλημα. Να σας φέρω εγώ τη γυναίκα που έρχεται σε μένα. Είναι Ελληνίδα, πολύ καλή στη δουλειά της και έχει μεγάλη ανάγκη το μεροκάματο, της είπα. Θα σου ήμουν υποχρεωμένη, μου απάντησε και μου έδωσε τη διεύθυνση και το τηλέφωνό της.
Τη γυναίκα που καθαρίζει το σπίτι μου τη λένε Κατίνα, αλλά μέσα μου τη φωνάζω Άτλαντα. Έχει άντρα οικοδόμο που ενενηνταενιά στις εκατό μέρες είναι άνεργος, δύο γιους στο γυμνάσιο, την πεθερά της που κάποτε έδινε ένα χέρι βοηθείας και τώρα είναι κατάκοιτη από γεράματα και μια αδελφή ανάπηρη κι ανήμπορη στο μυαλό και στο σώμα. Η αδελφή της κλαίει όταν φεύγει από το σπίτι και πολλές φορές αναγκάζεται να την τραβολογά μαζί της στη δουλειά. Είναι μια λιανή γυναικούλα, άλλη μια μισή μερίδα, με θαμπά καστανά μαλλιά, πρόωρα γκριζαρισμένα, πιασμένα αλογοουρά και μάτια γεμάτα ομίχλη. Νομίζω ότι άνθρωποι σαν κι αυτή κουβαλάνε ολόκληρο τον κόσμο στις πλάτες τους.
Την πήρα με τ’ αυτοκίνητο να την πάω στη Φαίδρα. Πήρα και το γιο μου μαζί που πάει στο Λύκειο και σκέφτεται να δώσει στη Φυσικομαθηματική. Κατά βάθος έλπιζα εκείνη η μαγεία να λειτουργούσε ακόμα. Έλα, του είπα, να συναντήσεις μια καθηγήτριά μου, πολύ καλή. Αυτή με έκανε να αγαπήσω τη Φυσική. Ήρθε με τα χίλια ζόρια, γκρινιάζοντας. Άλλη όρεξη δεν είχα, δε μου φτάνουν οι δικοί μου καθηγητές να μου τη σπάνε. Στο δρόμο σταθήκαμε και πήρα μια γλάστρα με πορφυρά κυκλάμινα. Του την έδωσα να της τη δώσει εκείνος.
Το σπίτι της Φαίδρας δεν ήταν και πολύ μακριά από το δικό μου, τόσο που απόρησα πώς πέρασαν τόσα χρόνια χωρίς να πέσει η μια πάνω στην άλλη τυχαία. Ένα άνετο διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο μιας καλοφτιαγμένης πολυκατοικίας. Στις φαρδιές βεράντες υπήρχαν γλάστρες με καταπράσινα φυλλώματα, χωρίς λουλούδια. Μέσα ήταν γεμάτο βιβλία. Παντού βιβλιοθήκες και ράφια από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Τα άλλα έπιπλα ήταν λιγοστά και παλιομοδίτικα. Υπήρχαν και λίγα κάδρα με αυστηρές προσωπογραφίες και έρημα τοπία. Καθίσαμε στο σαλονάκι και μας κέρασε πορτοκαλάδα. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς έφερνε το δίσκο.









