Στιγμιότυπο από την έξοδο του προσωρινά κρατούμενου πια εργοστασιάρχη από τα δικαστήρια Τρικάλων, όπου χειροκροτήθηκε από τους παριστάμενους.
Την πρώτη ψυχρολουσία τη νιώσαμε όταν στο παντρικαλινό συλλαλητήριο που διοργανώθηκε την επομένη του τραγικού δυστυχήματος στη «Βιολάντα» –και τον θάνατο πέντε εργατριών– κανείς και καμιά εργαζόμενος ή εργαζόμενη του εργοστασίου, δεν έδωσε το παρών. Μέχρι που ήρθε η προ ημερών συγκέντρωση μέρους του προσωπικού έξω από το δικαστήριο των Τρικάλων –όπου με φωνές, πανό και χειροκροτήματα εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους στον συλληφθέντα ιδιοκτήτη του εργοστασίου(!)– για να αισθανθούμε ακόμα πιο έντονη την ανατριχίλα. Γιατί ακόμη κι αν, όπως είπε το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων, οι συγκεντρώσεις δεν ήταν «αυθόρμητες» αλλά οργανώθηκαν από την εργοδοσία μέσω ενός στενού πυρήνα στελεχών και συγγενών, το αδυσώπητο ερώτημα –όχι μόνο πολιτικό, αλλά βαθιά ιδεολογικό και ψυχολογικό– παραμένει: δικαιολογεί ο φόβος της ανεργίας, αυτή την εθελόδουλη στάση; Αυτή τη ντροπή;
«Εκείνος, που έτσι σας καταδυναστεύει, έχει μόνο δύο μάτια, μόνο δύο χέρια, μόνο ένα σώμα, τίποτα παραπάνω από όσα διαθέτει και ο τελευταίος άνθρωπος ανάμεσα στους αμέτρητους που κατοικούν στις πόλεις σας. Στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα παραπάνω για να σας καταστρέψει, από τη εξουσία που εσείς του απονείματε», γράφειο Ετιέν ντε λα Μποεσί, στο πιο γνωστό έργο του, την Πραγματεία περί εθελοδουλείας (εκδόσεις Πανοπτικόν, μτφ Παναγιώτης Καλαμαράς). «…Πώς θα τολμούσε να σας επιτεθεί, εάν δεν είχε τη συνεργασία σας; Τι θα μπορούσε να σας κάνει, εάν εσείς οι ίδιοι δεν συνεργούσατε με τον κλέφτη που σας ρημάζει, εάν δεν ήσασταν συνένοχοι με τον εγκληματία που σας σκοτώνει, εάν εσείς οι ίδιοι δεν προδίδατε τους εαυτούς σας;»
Βάρβαρη «κανονικότητα»
Επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσει κανείς αυτό το ιδιότυπο «σύνδρομο Στοκχόλμης», θα πρέπει, κατ΄αρχάς, να καταρρίψει τον μύθο της «ουδέτερης» εργασιακής σχέσης. Ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί μόνο με την οικονομική εξάρτηση, λειτουργεί με την εσωτερίκευση της εξάρτησης. Ο εργάτης και η εργάτρια δεν πουλάνε απλώς την εργασία τους, μαθαίνουν να ταυτίζουν την επιβίωσή τους με την ευημερία του αφεντικού. Η φράση «αν πέσει το εργοστάσιο, θα πεινάσουμε», λειτουργεί ως υπαρξιακός εκβιασμός. Και όταν ο εκβιασμός γίνεται μόνιμο καθεστώς, μετατρέπεται σε πεποίθηση. Η ιδεολογική, άλλωστε, ηγεμονία της εργοδοσίας δεν επιβάλλεται μόνο με απειλές απόλυσης αλλά και με την κατασκευή μιας ψευδούς… οικογενειακής αφήγησης: «είμαστε όλοι μια οικογένεια», «ο εργοδότης μάς έδωσε ψωμί», «δεν είναι κακός άνθρωπος». Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική μετατρέπεται σε προδοσία, η ταξική σύγκρουση βαφτίζεται ανευθυνότητα και όποιος ζητά ευθύνες, «βλάπτει την εταιρεία», άρα βλάπτει και τους συναδέλφους του.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο: ο μηχανισμός της ταύτισης με τον ισχυρό. Σε συνθήκες διαρκούς ανασφάλειας και φόβου –φόβος της απόλυσης, της στοχοποίησης, της κοινωνικής απομόνωσης μέσα στον ίδιο τον χώρο δουλειάς, φόβος που όταν διαχέεται οριζόντια παράγει σιωπηλή πειθαρχία- σε αυτές λοιπόν τις συνθήκες, ο άνθρωπος τείνει να προσκολλάται σε εκείνον που κατέχει την εξουσία. Η ψυχολογία της εξάρτησης παράγει μια παράδοξη μορφή ευγνωμοσύνης προς τον δυνάστη. Ο εργοδότης δεν αντιμετωπίζεται ως φορέας εκμετάλλευσης αλλά ως προστάτης απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο ανεργίας και φτώχειας. Έτσι, η σύλληψή του δεν βιώνεται ως πιθανή δικαίωση των νεκρών αλλά ως απειλή για τη σταθερότητα των ζωντανών.
Καταλυτικό ρόλο παίζει επίσης η γνωστική ασυμφωνία. Αν αποδεχθείς ότι ο εργοδότης σου ευθύνεται για τον θάνατο συναδελφισσών σου, τότε πρέπει να παραδεχθείς ότι κι εσύ εργάζεσαι καθημερινά σε έναν χώρο που μπορεί να σε σκοτώσει. Πρέπει να αντικρίσεις, με άλλα λόγια, την ίδια σου την τρωτότητα. Η άρνηση, λοιπόν, γίνεται μηχανισμός αυτοπροστασίας αφού είναι ψυχικά πιο «εύκολο» να αρνηθείς την ευθύνη του εργοδότη παρά να αποδεχθείς ότι η δική σου ζωή κρέμεται από μια κλωστή κερδοφορίας. Και το πιο τραγικό: η εσωτερίκευση της ενοχής και η μετατόπιση της ευθύνης από τις δομικές ελλείψεις ασφάλειας, στα άτομα. Έτσι, η οργή δεν κατευθύνεται προς τα πάνω αλλά διαχέεται ή εξατμίζεται αφού η εργοδοτική αυθαιρεσία μεταμφιέζεται σε ατομικό σφάλμα.
Ζητούμενο η ταξική συνείδηση
Σε αυτό ακριβώς το έδαφος ανθίζει η αποδιάρθρωση της ταξικής συνείδησης καθώς η σύγχρονη νεοφιλελεύθερη κουλτούρα έχει διαβρώσει κάθε συλλογική ταυτότητα. Ο εργαζόμενος εκπαιδεύεται να βλέπει τον εαυτό του ως μονάδα που πρέπει να επιβιώσει σε έναν ανταγωνιστικό στίβο, η αλληλεγγύη εμφανίζεται ως ρομαντισμός άλλων εποχών, το συνδικάτο ως απειλή για τις «επενδύσεις» και η απεργία ως αναποτελεσματικό κεκτημένο. Έτσι, όταν έρχεται η στιγμή της κρίσης, το συλλογικό αντανακλαστικό έχει ήδη απονεκρωθεί.
Αποτέλεσμα; Η σχεδόν πλήρης αποξένωση από την ίδια την τάξη τους. Και όμως, η ταξική συνείδηση δεν είναι έμφυτη, είναι ιστορικό προϊόν αγώνων, συγκρούσεων, παιδείας και συλλογικής μνήμης. Όταν αυτά απουσιάζουν, κυριαρχεί η αυταπάτη ότι «δεν υπάρχουν τάξεις, μόνο άνθρωποι». Μόνο που οι πέντε νεκρές εργάτριες αποδεικνύουν, με τον πιο τραγικό τρόπο, ακριβώς το αντίθετο.
Η υποταγή, λοιπόν, δεν είναι απλώς ηθική αδυναμία. Είναι προϊόν ενός συστήματος που εκπαιδεύει τους ανθρώπους να αποδέχονται το αναπόφευκτο ως φυσικό νόμο, να χειροκροτούν τον ισχυρό ελπίζοντας ότι θα τους λυπηθεί, να φοβούνται περισσότερο την απώλεια της δουλειάς τους από την απώλεια της ζωής τους.
Κι εδώ, βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα: αν δεν ανακτηθεί η συλλογική αξιοπρέπεια, αν δεν ξαναγεννηθεί η επίγνωση ότι η ασφάλεια και η ζωή δεν είναι «παροχές» αλλά δικαιώματα, τότε κάθε τραγωδία θα ακολουθείται από την ίδια σκηνή: σιωπή, συμπάθεια προς τον ισχυρό, λήθη.
Το ερώτημα, άρα, δεν είναι αν θα μπορούσαν να είναι αυτές, αυτοί, αυτά, στη θέση των νεκρών. Το ερώτημα είναι γιατί προτιμούν να μην το σκέφτονται. Και η απάντηση είναι σκληρή: γιατί έμαθαν να φοβούνται περισσότερο την ελευθερία από την υποταγή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου