ΜΈΣΑ ΑΠΌ ΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ - ΓΡΟΘΙΑ- ΚΡΑΥΓΗ "Μια βραδιά στο θέατρο" ΤΗΣ
ΑΡΕΤΗΣ ΠΑΝΟΥ.
Υπόψη είναι ένα ζωντανό ρεπορταζ της πραγματικότητας. Τα πρόσωπα υπαρκτά, εκ των οποίων τα τέσσερα συχνά παρελάυνουν σε αυτό το blog. Εάν δε αναποδογυρήσετε τα πρόσωπα του κάθε ζευγους ...κατά φύλλο, εμφανίζονται τα πραγματικά ονόματα.
Μια βραδιά στο θέατρο
Πρόσωπα κατά σειρά εμφάνισης
Αλέκος και Δήμητρα Αργύρης και Κωνσταντίνα
Έκτορας και Θεοδώρα
Ένας Αλγερινός και ένας Μαροκινός
Τα παιδιά της δίκυκλης αστυνομίας ΔΙΑΣ
Πρεζόνια και βαποράκια διαφόρων εθνικοτήτων
Κλεφτρόνια διαφόρων εθνικοτήτων
Ένας ταξιτζής
Ένας μάγειρας
Ένα ζευγάρι άστεγων με επίσημα ρούχα
Μία πρώην ηθοποιός
Το προσωπικό του αστυνομικού τμήματος
Για όλα φταίει αυτή η μαλακισμένη η γυναίκα μου. Της την είχε καρφώσει από μέρες. Μου έφαγε τ’ αυτιά. Να πάμε στο Εθνικό. Να δούμε το κτήριο που το ‘χουν ανακαινίσει. Έχει και μια παράσταση που την είχαμε δει παλιά στον Κουν και η ηθοποιός που τότε έκανε την κόρη, τώρα κάνει τη μάνα. Ε, λοιπόν; Εγώ δε θυμόμουνα τίποτα, ούτε για τότε, ούτε για τώρα. Δεν πολυγουστάρω το θέατρο, ζορίζομαι, να βλέπεις τον άλλο σε απόσταση αναπνοής, να ξερνάει το γάλα της μάνας του. Προτιμώ το σινεμά. Υπάρχει απόσταση ασφαλείας. Αλλά κι αυτό ξινό μου το βγάζει. Θέλει σκοτάδι και πονεμένες ιστορίες, ανθρώπινες λέει. Μην ακούσει γι’ αμερικάνικα. Δος της ιρανικά, τούρκικα, κινέζικα… Πού πάει και τα βρίσκει; Για τη συγκεκριμένη παράσταση είχα πολλές αντιρρήσεις. Γιατί να πάω σ’ ένα έργο, μόνο και μόνο για να δω πόσο έχω γεράσει, λες και δεν το ξέρω κι από μόνος μου. Δε μου το λένε κάθε μέρα τα πόδια μου, τα μάτια μου, τα μαλλιά μου; Και στο κάτω κάτω, τότε που πηγαίναμε στον Κουν, στην Αθήνα μπορούσες να κυκλοφορείς. Για να δούμε μέσα μας, λέει, γι’ αυτό πάμε, αυτό είναι το θέατρο, ένας καθρέφτης. Και νομίζεις ότι μ’ αρέσει να βλέπω τα μούτρα μου στον καθρέφτη; Με δυσκολία ξυρίζομαι πια. Πρόσεχε, λέει, αν δεν κοιτάς στον καθρέφτη μπορεί να κοπείς, κινδυνεύεις. Κινδυνεύω εκεί που θες να με πας, της λέω, στο στόμα του λύκου, δεν ακούς τι γίνεται κάθε μέρα στο κέντρο; Ποιος σώφρων άνθρωπος, στην ηλικία μας, θα κατέβαινε σ’ εκείνη την περιοχή αν δεν τον ανάγκαζε κάποια δουλειά που δε σήκωνε αναβολή. Και τι θα κάνουμε, λέει, θα κλειστούμε σαν τα ποντίκια στα σπίτια μας, να λιώνουμε τους καναπέδες μπροστά στην τηλεόραση, να κλαίμε στις ειδήσεις και να γελάμε στα σίριαλ, είναι ανθρώπινο αυτό;
Μου τα ‘χει πρήξει μ’ αυτό τ’ ανθρώπινο. Όλο ανθρώπινο κι ανθρώπινο. Λες κι η ανθρωπιά είναι κάποια αποκλειστικότητα δική της και του αιώνα του διαφωτισμού. Και σάμπως καταλαβαίνει τι εννοεί; Γιατί δηλαδή είναι πιο ανθρώπινο να πηγαίνεις στο θέατρο από το να πηγαίνεις στη λαϊκή ή να βλέπεις τις ειδήσεις. Δε βρίσκεις άκρη με τις γυναίκες.
Τελικά τα κανόνισε με δυο φίλες της, δυο σιτεμένες καρακαηδόνες σαν του λόγου της, που δος τους τέχνη και κουλτούρα και παρ’ τους και τις κιλότες και οι αρσενικοί απλώς ακολουθήσαμε. Θα ‘χει και αφτεράδικο μετά, θα πάμε για κάνα ποτηράκι, ρώτησε ο Αργύρης και η δικιά μου του το ‘ταξε κι αυτό για να τον τουμπάρει. Ότι θέλουν γίνεται. Τελεία και παύλα. Αλλά δεν έχουν μυαλό. Το περίεργο είναι ότι το έργο μου άρεσε. Δε θυμόμουν να το είχα ξαναδεί. Ίσως τότε να ήμουν πολύ νέος για να καταλάβω. Κατατρεγμένοι άνθρωποι, έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, με το διχασμό στο πετσί τους, το διχασμό στη φυλή, το διχασμό στην οικογένεια, το διχασμό μέσα στον ίδιο τον εαυτό τους, μου έφεραν στο νου πολλά δικά μου. Ειδικά εκεί που αυτός έλεγε, πουθενά δεν ήταν το σπίτι μου, ούτε στο χωριό, ούτε στην πόλη, ούτε και δω στη Γερμανία, πάντα ξένος ήμουνα. Λένε ότι ο χρόνος κλείνει πληγές, αλλά ο χρόνος τις ανοίγει. Πώς αλλιώς όλο και μαζεύω πληγές και βάσανα καθώς μεγαλώνω. Βγαίνοντας από το θέατρο, πάντως, είχα καλή διάθεση. Στο δρόμο δεν υπήρχε ψυχή και κατηφορίζαμε προς το πάρκινγκ συζητώντας πότε για το έργο, πότε για το αφτεράδικο. Ο Αργύρης που ψοφάει για ρεμπέτικα σιγοτραγουδούσε, περιπλανώμενος, ξεριζωμένος, από της μάνας μου την αγκαλιά... Έκανε πολύ κρύο, όλη μέρα έριχνε ένα ψιλό χιονόβροχο. Οι κυρίες που θέλουν και σουλάτσο στις κακόφημες γειτονιές έχουν προβλήματα με τα πόδια τους και κανείς μας δεν είναι ελαφρύς και σβέλτος σαν ξεπεταρούδι. Σερνόμασταν πάνω στη γλίτσα του πεζοδρομίου προσέχοντας τα βήματα μας, χαλαρά, σα φώκιες στην ακρογιαλιά ή σαν πλοία που εξόκειλαν.