theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ



                                                              Όθωνα Καγιάφα Λαογράφος Συγγραφέα
                                                                        ΤΡΙΦΥΛΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ

[…Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ανθρώπους «κατηφείς» λένε 
πολλοί και η κατήφεια είναι μεταδοτική. Το πηγαίο, το λυτρωτικό
 γέλιο σπανίζει και τη θέση του παίρνει το πικρό υπομειδίαμα.
 Είμαστε δεμένοι μπροστά στη φτώχεια, στην ανέχεια, 
στους Γερμανοϊταλούς, που πατούσαν τη γη μας και άρπαζαν το βιός μας.
 Όλους τους Έλληνες τους πατούσαν σαν το σκουλήκι. 
Για μικρούς και μεγάλους η ίδια μοίρα σ’ αυτή τη μακρινή
μαύρη νύχτα, της κατοχής!...]

    Σκληρή μητριά η Φύση –παίζει με τα πλάσματά της– τον προίκισε πλούσια με όλα της τα σπάνια ψυχικά και πνευματικά δώρα, τον σφράγισε με την πιο φωτεινή σφραγίδα της μεγαλοφυΐας, για να τον συντρίψει αδιάφορη στην πρώτη άνθιση των εκπληκτικών του ταλέντων, αφού πρώτα του ΄δωσε μια σύντομη ζωή βασανισμένη, μαρτυρική, γεμάτη κατατρεγμούς, εξορίες, ξενιτιά και ομηρία. Όμως απ΄ την άλλη τον προίκισε με βαθιά, ολύμπια ψυχική γαλήνη και καρτερία, ώστε να γίνονται ευλογημένα τα βάσανά του. Και το κέρδος του: δε ζει εκείνος που φτάνει σε μεγάλη ηλικία, αλλά αυτός που ζει έντονα. Η Πατρίδα μας αισθάνεται ακόμα ορφανή – πότε άραγε μπορεί να γεννηθεί πάλι ένα τέτοιο πνεύμα; 
     Έρχομαι σε αμηχανία όταν πρόκειται να περιγράψω τη δουλειά ενός άλλου. Ευρίσκομαι ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. Αναζητώ τη συγκίνηση μέσα απ’ το όνειρο. Πρέπει να βρω τρόπο να διοχετεύσω τη συγκίνηση σε πρακτικό επίπεδο. Εξ αυτού νιώθω δέος μπροστά σ’ έναν αληθινό καλλιτέχνη, σ’ εκείνον που με επιμέλεια επεξεργάζεται την εργασία του, που δεν διστάζει να μετουσιώνεται διαρκώς μέσα απ’ αυτήν. Νιώθω απέραντη ικανοποίηση κοιτάζοντας πίσω του τα ίχνη, που τον έφεραν ως εδώ. 
   Ζωγράφος και γλύπτης, εκπαιδευτικός και απαράμιλλος λογοτέχνης, στοχαστικός και ενθουσιώδης, πολύγλωσσος και πολυκάτεχος. Κάθε δοκίμιο – μελέτημά του αποτελούσε πηγή, με το μεστό έμπλεο σοφίας λόγο του. Δεν πρόφτασε να μας δώσει παρά ένα μικρό αντίδωρο από το θησαυρό της ψυχής και του πνεύματός του. Αθάνατο όμως δώρο. Γιατί είναι ένα αληθινό παγκόσμιο αριστούργημα το «STALAG IV–C», το ημερολόγιο της ομηρίας του. Μια κατάθεση μαρτυρία, ενός ανθρώπου που τον γνώρισα στα μαθητικά του χρόνια στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. 
   Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος ευαίσθητος δείκτης της συνείδησής του γίνεται ο άγρυπνος φρουρός των ανθρωπίνων αισθημάτων. Σε στιγμές λυρισμού γίνεται εξομολογητικός, δομημένος με λέξεις – βότσαλα, ξεπλυμένα με δάκρυα καρδιάς. Με επιγραμματικές αδρές λέξεις ο Οδυσσέας σκίζει το πέπλο της ομηρίας του, για να μας αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο, τη βαρβαρότητα που διακατέχει τον τύραννο 33 κατακτητή του Β' παγκοσμίου πολέμου. Εκεί στα στρατόπεδα του Μπέλσεν–Νταχάου της Γερμανίας, καθώς τα γεγονότα του πολέμου δεν δρομολογούνται αλλά διαμορφώνονται, όταν βρέθηκε ο ίδιος σε κατάσταση ομηρίας. 
     Ο συγγραφέας με γλαφυρότητα - πειστικός - μας μεταφέρει τις εμπειρίες του από τη ζωή του στρατοπέδου που βίωσε. Σεμνός και μετριόφρων, εξιστορεί τα γεγονότα μοιρασμένα ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Εμπειρίες ίσες, ορισμένες πιο ίσες από τις άλλες. Η πείνα, η εξαθλίωση, ο αμείλικτος «προστάτης» των ανθρώπων του Μπέλσεν. Ανθρώπινα σκέλεθρα–φαντάσματα. Η φωνή των «καταπιεσμένων» πνίγεται από τους βάναυσους επιτηρητές των στρατοπέδων της βίας. 
   «Ιδαλγός» με εντελέχεια ο «Όμηρος Πέλλας», ψευδώνυμο αποκτηθέν στην ομηρία προσπαθεί να κρατηθεί «άνθρωπος» μέσα από συν- θήκες που δε συνάδουν με τον ανθρωπισμό και ο μονόδρομος είναι το τέρμα χωρίς επιστροφή. Όσες αντιστάσεις και να έχεις ως θεατής, παραδίδεσαι. Η αδικία τον θυμώνει, την ανάσα την έχει συνηθίσει. Για την αβάσταχτη ελαφρότητα, η «γεύση» του στρατοπέδου είναι κάτι παραπάνω από μια των πέντε αισθήσεων για τον εξαθλιωμένο σωματικά Οδυσσέα. Έχει συνειδητοποιήσει, ότι το τέλος της πίστης και της ελπίδας δεν είναι ο τελικός δρόμος, σκοπός. Το κουράγιο, η θρασύτητα, η εξέγερση είναι ουσιώδη στοιχεία αντίδρασης. Ξεσηκώ- νει τη στοχαστική οκνηρία, την έκσταση και τον ύπνο. Προετοιμάζει πυρετωδώς την εξέγερση το «ταχύ βήμα, το χαστούκι, τη γροθιά». Δεν υπάρχει άλλη ομορφιά έξω από τον αγώνα. 
     Όλες οι πνευματικές φυσιογνωμίες του κόσμου το μόνο που θέλουν   να διαλαλήσουν είναι οι δρόμοι του ηθικού μεγαλείου και το ύψος του σωστού ανθρώπου. 
    Μας πρόσφερε το ημερολόγιο της ομηρίας του «Στάλαγκ» ανασηκώνοντας το πέπλο του μυστηρίου, εκθέτοντας τις τρομερές κακουχίες και τη στέρηση κάθε ελευθερίας, εμπειρίες που καλύπτουν το χρόνο σ’ ένα θετικό αποτέλεσμα, κεντρίζοντας τον αποτροπιασμό του μεταπολεμικού ελεύθερου κόσμου. Ο αναγνώστης βιώνει τις αποτρόπαιες συνθήκες «ζωντανά» και γίνεται καθοριστικό κομμάτι του χρόνου. 
   Παιδαγωγός και προικισμένος με υψηλό πνευματικό ανάστημα ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος, με μια πολυδύναμη αποφασιστικότητά ως άνθρωπος των γραμμάτων. Ο αλγεβρικός βίος του, ως άθροισμα πράξεων από τα δεινά για την επιβίωση –στέρηση ελευθερίας, εγγενών παραβατικές πράξεις– συνελήφθη και εστάλη στο Μπέλσεν. Οι κανόνες της ομηρίας σκληροί, απάνθρωποι. 
  Αποφεύγεις να λες ότι σκέφτεσαι. Και σκέφτεσαι πάντα ότι λες. Τα λόγια πολλές φορές απατούν, η συνείδηση όμως ποτέ. Η κριτική, ο διάλογος αντικαθίσταται από τη σιωπή…«νιώθω για σε Πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό». Τα μάτια δε βλέπουν καλά τον κατακτητή, παρά μέσα από τα δάκρυα. Η αφήγησή του με αιθέρια ελαφρότητα, το στρατόπεδο σε λεπτομέρεια, σαν όραμα φωτισμένο με ανάγλυφες παραστάσεις αναπαράγει εντυπώσεις και σε μεταφέρει στην πραγματικότητα. 
   Στο «γολγοθά» για την ομηρία η αφήγησή του ανάγλυφη: «έπιασα τα μάτια μιας νέας γυναίκας γιομάτα δάκρυα. Βάδιζε πλάι, έλεγε κάποιο όνομα, έσπρωχνε ο Γερμανός, ξανάβρισκες το ρυθμό σου κι όλο πύκνωνε ο κόσμος στα πεζοδρόμια μέχρι που φτάσαμε στη πλατεία, ήταν γεμάτη. Κάποιος πήρε να τραγουδάει: «Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα της άνοιξης καμάρι». Πως μεταδίδονται μερικά πράγματα! το πήραμε όλοι μαζί: 
«…τα λουλούδια, οι ζέφυροι, ο ήλιος, το φεγγάρι χάνουν την ομορφάδα τους στη σκλαβωμένη γη… Μια μέρα η πατρίδα μας ήταν λαμπερή, μεγάλη». «Τιμή σ’ εκείνους που στη ζωή τους όρισαν να φυλάνε Θερμοπύλες». Θα μας πει ο Καβάφης, κορυφαίος του είδους, μη αποκρύπτοντας πόσο βαθιά είναι επηρεασμένος από την ακένωτη δεξαμενή της ελληνικής γραμματολογίας. 

    Η πραγματικότητα είναι πιο δυνατή από τον ερμηνευτή της, είναι ο «καθρέφτης» είναι η επιτομή της ανθρώπινης ιστορίας. Πολυδιαβασμένος ο Οδυσσέας με πολλές ανησυχίες. Ο λόγος του συνοδεύεται από το πλούσιο άρωμα της γεύσης. Έχει το ατίμητο προνόμιο να ακολουθεί τα γεγονότα με την ευαισθησία του πολυδιάστατου ανθρώπου με γνώση. 
    Στον Οδυσσέα Γιαννόπουλο ένα πράγμα παραμένει ζεστό που μπορείς να ακουμπήσεις, ο νους και η καρδιά. «Η ανάσα του πλαϊνού, ο χτύπος της καρδιάς ενός αγνώστου που’ναι ξαπλωμένος πλάι σου. Το δύστροπο σούρουπο αλλάζει σιγά – σιγά, είναι οι τελευταίες εικόνες του δειλινού, το φως λιγοστεύει, ενώ η αγωνία κορυφώνεται. Σύντομα θα γλυκανθίσει η αυγή! Της λευτεριάς». 
  Γεμάτος αίσθημα, αγάπη, πάθος και ενθουσιασμό προ πάντων, γεμάτος πατριωτισμό, λιτός, συμφιλιωμένος με το χρόνο, προσφέρει με επιτήδευση βοήθεια στους συνανθρώπους του. Οργανώνει θεατρικές παραστάσεις. Με την ατίμητη αυτή προσφορά, δίνει θάρρος – παράταση ζωής, ελπίδα στα σκελετωμένα φαντάσματα του στρατοπέδου. Οργανώνει, συνωμοτεί ενάντια στην τυφλή βία. Με την ικανότητα του λόγου διακωμωδεί το τραγικό, μεταβάλλει την πάθηση σε σιωπή, που κάποτε έρχεται για όλους… Ζούσε την επικαιρότητα της εποχής. Σαν άλλος Κρυστάλλης μεταμορφώνει το λυρικό λόγο σε ποίηση: «Και τα βουνά τα ισκιερά – χαιρέτα τα από μένα…». Της ξενιτιάς τα βάσανα προσπαθεί να ξεχάσει. «Τ’ άγιο το χώμα που πατάς, τα δάση που διαβαίνεις…». Αγωνίζεται να χαλυβδώσει την πίστη που χρειάζεται για την επιβίωση. 
«Ποτέ μην κλαις έλεγε, όσο είσαι μόνος
Γιατί ο άλλος χαρά παίρνει, χαρά που δεν αξίζει…». 
«Τα μαύρα μάτια που κοιτάς 
τ’ αγέρι που ανασαίνεις τους ποταμούς, 
τα κρύα νερά τα πλάγια τ’ ανθισμένα 
και τα βουνά τα ισκιερά χαιρέτα τα από μένα…» 
  Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος ή Όμηρος Πέλλας έλαβε τους πρώτους αρμούς των «γραμμάτων» στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. Στάθηκε ριζικός βράχος του τόπου του κι εμείς δεχθήκαμε τη τρυφερή δροσιά του λογοτεχνικού έργου του, και την πνευματική αγρύπνια γεμάτη ήθος και ανθρωπιά. Μια αόριστη θλίψη αναβλύζει μέσα του, μακριά από τους δικούς του σε στιγμές μνήμης γίνεται ένα κομμάτι ψυχής, ζεστασιά και ανθρώπινου μεγαλείου για τους συνανθρώπους. 
Κύριε εσύ που τα πάντα εξουσιάζεις 
και καλώς τα εξετάζεις 
δεν είναι ποτέ δυνατόν με τον ανθρώπινο νου, 
τα πάντα να σχεδιάζεις.

Βλέπω την εικόνα Σου καθ’ ομοίωση, 
που είμαι κι εγώ φτιαγμένος 
κοιτάζω με δέος τα έργα Σου 
κι είμαι αληθινά γοητευμένος. 

    Άνθρωπος με υψηλό φρόνημα, νιώθοντας πιο έντονη την αίσθηση της ομαδικότητας στον αγώνα, τόσο πιο ανώτερο πιο πλατύ γίνεται το νόημα της υπευθυνότητας, της επιβίωσης με σχετική ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ένας κόσμος χωρίς εκρήξεις, χωρίς «ίσκιους» στα μάτια.     Τι γλυκό πράγμα, με ματιά, με καλοσύνη! Ο συγγραφέας του ημερολογίου της ομηρίας «Stalag» συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά για μια προσέγγιση στην πραγματική έκφραση του λόγου. Είναι μια οδύσσεια των συναισθηματικών λέξεων που γειώνει τον αναγνώστη και αίφνης τον απογειώνει. 
   Στις αφηγήσεις του ο συγγραφέας υπογραμμίζει έντεχνα χαρές, λύπες των ανθρώπων, τους ντύνει με τη ζεστασιά της ψυχής του. Η περιγραφή, τα επιχειρήματα δεν κουράζουν, αντιθέτως δημιουργείται περιέργεια που υπάρχει στη λεπτομέρεια. Ο Ελύτης χαρακτηρίζει τη λεπτομέρεια πολύ σημαντική. Υπογραμμίζεται με λέξεις, αλλά εκφράζεται μες στη ψυχή με δονήσεις που οι προεκτάσεις φτάνουν μακριά. 
  Η αφηγηματική σύνθεση του λόγου του αποτελεί ασυνήθιστο επίτευγμα για την ελληνική πεζογραφία. Διαθέτει συγκλονιστικές αλήθειες που ο αναγνώστης παρακολουθεί άλλοτε με αποτροπιασμό και άλλοτε με κομμένη ανάσα. Με το αφηγηματικό του ταμπεραμέντο, μας οδηγεί στις δύσβατες «ατραπούς» της ανθρώπινης ψυχής, παραθέτοντας πολύμορφες ψηφίδες που φτιάχνουν τη μαγική εικόνα της φρίκης, μπροστά στα εκπληκτικά μάτια του αναγνώστη τα ζοφερά σχέδια του κατακτητή. 
   Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος υπήρξε μορφή – άνθρωπος των γραμμάτων, ένα πολύπλευρο ταλέντο στη μουσική, στη ζωγραφική και στη λογοτεχνία. Σε θέματα εικαστικά, σκιτσογράφος και σεναριογράφος θεατρικών παραστάσεων. Είχε από μέσα του το μεράκι για την τέχνη. Είχε την τιμή να γράφει σ΄ ένα χώρο που φέρει την υπογραφή του μεγάλου Χουρμούζιου. Τα λόγια του γεμάτα αίσθημα αγάπης, πάθος, παράπονο και προπάντων πατριωτισμό, αγωνιστικότητα. 
    Ο Κώστας Κατσαρός έγραψε για τον Οδυσσέα Γιαννόπουλο: «Δεν μπορώ να κρατήσω τα δάκρυά μου, όταν θυμηθώ τον θαυμάσιο αυτό πνευματικό άνθρωπο που γεννήθηκε στο τριφυλιακό χωριό Καημένη Γυναίκα». 
  Στην Κυπαρισσία δημιούργησε φιλίες, χόρεψε λεβέντικα στο πα- νηγύρι. Εδώ δημιούργησε την πρώτη λογοτεχνική συντροφιά με τον Άριστο Σταθόπουλο και τον Κώστα Κατσαρό, καταλαμβάνοντας τι- μητική θέση εν μέσω των δύο με την εργασία του.
  Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τους συμπατριώτες του, το χωριό του την Καημένη Γυναίκα, που ήταν ο γενέθλιος τόπος του. Ο δυναμικός του χαρακτήρας και το πολυσύνθετο ταλέντο του, δομημένο σε στέρεες βάσεις γίνεται ο άγρυπνος φρουρός των ανθρώπινων συναισθημάτων. Πιστεύει στην πνευματική ποιότητα κι όχι στην ποσότητα, τον ενδια- φέρει όχι τι γράφουμε, αλλά τι αφήνουμε «πίσω». 
   Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε: η λίγη ειλικρίνεια επικίνδυνη και η πολύ θανάσιμη. 
  Η καρδιά του Οδυσσέα ανάλαφρη, αισιόδοξη, διάβαζε πολύ, έγραφε μετρημένα, έτσι έφτιαξε το δικό του προφίλ. Ξεναγός του Ελληνικού τοπίου, συνθήκες κατοχικές που τίποτα δε μοιάζουν να είναι στη θέση τους με ελλειμματική συνείδηση, η ιστορική μαρτυρία του Οδυσσέα Γιαννόπουλου ρίχνει μεγαλύτερη φωταψία στη δημοσιότητα. Αν και βραχύβιος σε διάρκεια, ο συμβολισμός του μεγάλος. Το άλικο φως αυτών των χιλιάδων που θυσιάστηκαν, θα μένουν προς κάθε ιδανικό και ωραίο.
=======================================================
ΚΛΙΚ εδω ΚΟΠΑΝΑΚΙ
===================================
ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ (1921-1962) Οι καρφίτσες (απόσπασμα) Πήγαινα στην πέμπτη τάξη του Γυμνασίου. Είχα κιόλας ανακαλύψει ένα σωρό πράγματα, όπως π.χ. το ηλιοβασίλεμα στο Ιόνιο με τις πυρκαγιές που ανάβει πίσω από τη Ζάκυνθο. […] Ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη στη δυτική Πελοπόννησο, ανακαθισμένη στη ρίζα του βουνού, ακουμπισμένη από τη μέση κι απάνω στο βουνό και με τα πόδια απλωμένα ως τη θάλασσα να τα λούζει.[...] Μαζί λοιπόν με τ' άλλα πράγματα, είχα ανακαλύψει πως κάτι σαν ομίχλη κινιόταν μέσα μου, που με μπέρδευε, μια αχνούρα που κάποτε πύκνωνε και κάποτε αραίωνε για ν' αφήσει να διαγραφεί ένα μελαχρινό, αδύνατο κοριτσίστικο πρόσωπο μ' ακίνητα μάτια - ω, πόσο θλιμμένα μάτια! Ήταν μια μαθήτρια του Γυμνασίου σε κάποια τάξη παρακάτω από μένα - δε θυμούμαι πια τ' όνομά της. Καθόταν όπως στρίβαμε το πλάτεμα του δρόμου που το λέγαμε πλατεία κι άρχιζε το καλντερίμι1 για να πάω στο σπίτι.[...] Κάθε βραδάκι λοιπόν που έστριβα από την πλατεία για να μπω στο καλντερίμι, την έβλεπα να κάθεται σ' ένα παράθυρο και ν' αγναντεύει το Ιόνιο, που είναι η πιο γλυκειά θάλασσα το σούρουπο, σαν να περίμενε θλιμμένη κάτι, κάτι συνταρακτικό και ωραίο – έτσι έλεγα και τα 'φτιανα αυτά στίχους ως να φτάσω στο σπίτι, κι ύστερα το βράδυ, όταν έσβηνα τη λάμπα, έφτιανα ιστορίες μ' ένα άσπρο άλογο καβάλα -δεν ήμουνα ποτέ καλός καβαλάρης-, στο παράθυρό της εκείνη σκύβει, το άλογο σηκώνεται στα πισινά, την αρπάζω και χανόμαστε καπνός μέσα σ' έν' απέραντο δάσος με πανύψηλα δένδρα φθινοπωρινά. Άλλοτε πάλι εκείνη σ’ ένα δένδρο ακουμπισμένη, η γης στρωμένη φύλλα ξερά, εγώ προχωρούσα ξυπόλυτος, ψηλός πολύ, σίμωνα κι ύστερα..., δεν ξέρω ύστερα, μόνο τα μάτια της μεγάλωναν, μεγάλωναν -τι χρώμα είχαν, ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω, γιατί ποτέ δεν τα κατάφερα να την κοιτάξω ίσα από κοντά- κι ύστερα όλα παίρναν μελί χρώμα. Ένα βράδυ, είχαμε πιει [...] κι είχαμε παραζεσταθεί, φύγαμε κάπως αργά. Μπήκα στο καλντερίμι. Το μάτι μου την πήρε στο παράθυρο. Δεν ξέρω γιατί, θέλησα να περάσω κρυφά να μη με καταλάβει, να μην καταλάβει τίποτα. Όμως ήταν βλέπεις και τα καρφιά στα παπούτσια -βακετάκι2 άβαφο από μήνες· τη δραχμή που 'θελε το βάψιμο την έδινα στο βιβλιοπώλη και, συμπληρώνοντας την τιμή, αγόραζα ένα δυο βιβλία το χρόνο-, κείνα λοιπόν τα έρημα τα καρφιά δεν καταλάβαιναν από καρδιοχτύπια, και μόλις συνάντησαν τη γυαλισμένη πέτρα του καλντεριμιού βάλθηκαν να σκούζουν, λες και τα 'πιάσε μεράκι νυχτιάτικα ν' ακούν τη φωνή τους. Κι ήταν ένας οξύς, ανατριχιαστικός ήχος, όπως κάνει το μαχαίρι του ατζαμή στο πιάτο όταν κόβει κρέας στο εστιατόριο. Μαζευόμουνα και προσπαθούσα να πατήσω απαλά και μ’ όλο το πέλμα μονομιάς για να μην κάνω σαματά, μου φάνηκε πως τα κατάφερα, όμως τα καρφιά κι οι πέτρες είχαν άλλη γνώμη, και ξαφνικά ένα γκζζτ κι άλλο, κι άλλο, και να 'σου τον καλό 1 στενός, λιθόστρωτος δρόμος 2 κατεργασμένο δέρμα από μοσχάρι μου τραβώ ένα πέσιμο του καλού καιρού· χτύπησα. Γέλασε κείνη; Δεν ξέρω.[…] (Διηγήματα, Στιγμή, 1986.) 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ α α1. Να αναφέρετε στοιχεία του τόπου, στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. (10 μονάδες) α2. Να βρείτε το γραμματικό πρόσωπο το οποίο κυριαρχεί στην αφήγηση.(5 μονάδες) α3.Να αναφέρετε πληροφορίες σχετικές με τον αφηγητή της ιστορίας. (10 μονάδες) ΣΥΝΟΛΟ:25 ΜΟΝΑΔΕΣ β β1.Να περιγράψετε τα χαρακτηριστικά του κοριτσιού, με το οποίο είναι ερωτευμένος ο αφηγητής.(10 μονάδες) β2. έφτιανα ιστορίες μ' ένα άσπρο άλογο καβάλα ... μέσα σ' έν' απέραντο δάσος με πανύψηλα δένδρα φθινοπωρινά: Να αναφέρετε τα όνειρα τα οποία πλάθει ο αφηγητής και να τα σχολιάσετε σε σχέση με τα αντίστοιχα κοινωνικά στερεότυπα για τις σχέσεις των δυο φύλων. (15 μονάδες) ΣΥΝΟΛΟ:25 ΜΟΝΑΔΕΣ
=========================================
Η ΑΓΑΛΙΑΝΗ ΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΛΛΑ
Μαθητικές αναμνήσεις … και παιδικά βιώματα
Γράφει ο Στάθης Παρασκευόπουλος
Πρωτοδιορίστικα δάσκαλος στο Βασιλικό με προσωρινή τοποθέτηση. Τη δέυτηρε χρονιά πήρα οργανική θέση στο 1)θέσιο δημοτικό σχολείο Προδρόμου – στη Καημένη γυναίκα. Δεκαεπτά παιδιά και έξι τάξεις. Εκεί πρωτοάκουσα και έμαθα για τη ζωή του αείμνηστου, από τότε, συναδέλφου Οδυσσέα Γιαννόπουλου – του Όμηρου Πέλλα, που είχε γεννηθεί στο χωριό το 1921 και είχε φύγει για τη γειτονιά των αγγέλων το 1962.
Από το μακαρίτη το Σταυρόπουλο – γιατρό του Σιδηροκάστρου – δανείστηκα το βιβλίο του Πέλλα «Στάλγκ» (το ημερολόγιο της Ομηρείας) και το διάβασα με το φως της λάμπας πετρελαίου σε μια νύχτα, δίχως να κλείσω μάτι. Την άλλη μέρα μπήκα στη τάξη «άλλος άνθρωπος». Αργότερα γνωρίστηκα με τη γυναίκα του, την ευγενέστατη κυρία Φιφή, που μου εμπιστεύτηκε τις Ομιλίες και τα Διηγήματά του που κυκλοφόρησε.
Διαβάζοντας πάλι τα Διηγήματα του Πέλλα, που είναι βιώματα της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας στο Βουνοχώρι του, στα χρόνια της φτώχιας και της ανέχειας – και αυτά τα Διηγήματα είναι: «Οι καρφίτσες», η «Άννα», ο «Αντρέας», ο «Σταυρής», η «Σταυρούλα», η «Θοδώρα» και ο «Γέρο-Λιας» - στάθηκα σε δύο, που αναφέρονται στην Αγαλιανή και γράφω αυτό το κείμενο για τους αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νέοι.
Στην «Άννα», ο Πέλλας θυμάται : «… Ύστερα πήγαμε στο σχολείο. Πρωί – πρωί ξεκινούσαμε όλοι μαζί – το χωρίο δεν είχε σχολείο, πηγαίναμε στην Αγαλιανή 40-45 λεπτά μακριά – τα σακουλάκια μας με τα βιβλία – τι βιβλία; το αναγνωστικό, την πλάκα και τα τετράδια – και το ψωμάκι μας για το μεσημέρι, τρώγαμε εκεί. Το απόγευμα στο γυρισμό εγώ, ο νοικοκύρης, τους έπιανα τα ψάρια – τους μικρούς γυρίνους – να τα μαγειρέψουν, στην άκρη στο χωριό τα πετούσαμε, ίσα που γινόμαστε μούσκεμα να τα πιάσουμε, και μάλωναν οι μανάδες μας … έτσι γινόταν τότε. Που να ήξερα ο Πέλλας πως στο χωριό του θα λειτουργούσε σχολείο και πως η αφεντιά μου θα δίδασκε τα παιδιά των συνομηλίκων του που έμειναν ξωμάχοι στην Καημένη γυναίκα, πως θα έβγαζα μαθητή πρώτο στις Παντριφυλιακές εξετάσεις, που έκανε τότε στα Φιλιατρά ο Τομ Πάπας – σαν μια συνέχεια θα έλεγε κανείς του Πέλλα – και θα σπούδαζε στο «Ανατόλια» Θεσσαλονίκης για να σταδιοδρομήσει στην Αμερική, πως θα του έκανα φιλολογικό μνημόσυνο στο σχολείο όταν «έστηνα» τη βιβλιοθήκη που μου έστειλε η καλή του σύντροφος από τη Σκύδρα και πως θα μιλούσα στα αποκαλυπτήρια της προτομής του στον αύλειο χώρο του σχολείου του γενέθλιου χωριού του … ας είναι, ο συνειρμός βλέπεις…
Στον «Αντρέα» πάλι θυμάται : «… Περνάγαμε τα σακουλάκια παραμάσκαλα και ξεκινούσαμε – το χωριό που πηγαίναμε, η Αγαλιανή, ήταν 40-45 λεπτά μακριά, τόσο το κάναμε εμείς. Βλέπω τώρα το μπουλουκάκι μας, χειμώνα καλοκαίρι αραδιασμένο στο δρόμο να περπατάει…» Και αφού περιγράφει τη φτωχιά ντυμασιά του, λέει : «Το χειμώνα καμιά φορά είχε λιακάδα, πιάναμε καμιά μαρμαριά στο δρόμο και λιαζόμαστε σαν τις σαύρες. Πολλές φορές όμως την παθαίναμε. Βάναμε σημάδια τους ίσκιους, όπως άλλαζαν όμως οι ίσκιοι τα σημάδια δεν ήταν σωστά, εμείς νομίζαμε πως ήταν ακόμα νωρίς, πιάναμε το παιχνίδι, θα την ακούσουμε, λέγαμε την καμπάνα και ξεκινάμε, προφταίναμε. Ίσαμε που πέρναγε κανένας Αγαλιαναίος για το χωράφι, μας έλεγε πως χτύπησε από ώρα η καμπάνα, τα μαζεύαμε και πηγαίναμε τρέχοντας, ήταν κι ένας ανήφορος από τη βρύση ως το σχολείο, εμάς τα μικρά προπαντός μας έβγαινε η γλώσσα, ξέραμε τι μας περίμενε…» Τους περίμενε ο «άτεγκτος» δάσκαλος, ο οποίος με τη βέργα του περιποιόταν – ο αθεόφοβος – δεόντως. Για τον ήρωα του διηγήματος θυμόταν: « Ο Αντρέας ήταν ο προστάτης μας, το πιο γερό παιδί του σχολείου…» Θυμόταν πως τα έβαζε με όλους και τους νικούσε στους παιδιάστικους τσακωμούς τους. Ήταν βέβαια ηλικιακά και μεγάλος, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν εκείνες τις δυσχείμερες ημέρες για τον τόπο μας. Τον Αντρέα τον θαύμαζαν και οι συγχωριανοί του μαθητές και τα παιδιά της Αγαλιανής, τον θαύμαζαν και τον φοβούνταν μαζί. Σημειώνει σχετικά : « Κάτι τέτοια έκαναν τα κορίτσια της Αγαλιανής και κοίταζαν με θαυμασμό τον Αντρέα, τους δικούς τους  περιφρονούσαν και αυτό τους έκανε να σκάνε…» Κάπου αλλού θυμόταν: «… Ξεκινήσαμε λοιπόν και εκείνη την ημέρα για το σχολείο. Μπήκε το μπουλουκάκι μας στο δρόμο, μπροστά τα κορίτσια, στο τέλος ο Αντρέας να μαζεύει εμάς τα μικρά που λαχανιάζαμε να φτάσουμε τους μεγαλύτερους. Στου «παπά τα σύρματα» συναντήσαμε έναν Αγαλιαναίο, πήγαινε στο χωράφι του. «Γρήγορα, ρε, χτύπησε η καμπάνα», μας είπε. «Χτύπησε;». «Τώρα… ήμουνα στο χωριό ακόμα που χτύπησε. Θα μπήκαν κιόλας μέσα». Ήταν συννεφιά και μας γέλασε; είχε αλλάξει το ωράριο, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο πως κοκαλώσαμε, θα τις τρώγαμε στο σχολείο. Και δεν είχαμε αργήσει στο δρόμο – τι φταίγαμε εμείς. Ο δάσκαλος όμως δεν ήξερε τέτοια μόλις τελείωσε το ισωματάκι, έπιανε ένας ανήφορος, ήτανε ένα ύψωμα δασωμένο, ίσαμε τη «Μεγάλη πέτρα», από εκεί κύλαγε πια ο τόπος κατά την Αγαλιανή. Φαινόταν από εκεί το σχολείο, σε ένα ύψωμα στη μέση του χωριού, με τα πολλά παράθυρα, σαν μάτια πελώρια που μας κοίταζαν, έβλεπαν αν αργήσαμε, αν παίζαμε στο δρόμο, αν ήμαστε αδιάβαστοι. Μέχρι εκεί κάναμε ότι θέλαμε, δεν μας έβλεπε κανείς, από εκεί και πέρα ήμαστε υπό το βλέμμα του σχολείου και του δασκάλου..» 
Η κάθε αργοπορία πληρωνόταν με τιμωρία. Με βεργιές στις ανοικτές τρυφερές παλάμες. Την ημέρα εκείνη τα παιδιά από την Καημένη γυναίκα δεν πήγαν στο σχολείο. Θυμάται πάλι ο Πέλλας: «… σε μια στιγμή, λίγο ακόμα και βγαίναμε στο ξάγναντο, βγαίνει μπροστά ο Αντρέας. «Δεν θα πάμε σχολείο, θα κρυφτούμε είπε αποφασιστικά». Και δεν πήγαν. Την άλλη μέρα απολογήθηκαν στο δάσκαλο. «Κύριε μας είπε ο Αντρέας να κρυφτούμε». Μας έδωσε  από έξι βεργιές στον καθένα και μας έστειλε στη γραμμή, κράτησε τον Αντρέα επάνω στη σκάλα. Τσούξαν τα χέρια του, όμως τα μάτια όλου του σχολείου ήταν καρφωμένα εκεί στη σκάλα, τι θα γίνει με τον Αντρέα; Οι Αγαλιαναίοι χαίρονταν. Τώρα να δεις τι θα γίνει. Δεν έβγαζε άχνα κανείς. Όταν κατέβηκε να μπει στη σειρά του οι Αγαλιαναίοι που δεν τον χώνευαν, παραμέρισαν με σεβασμό. Δεν τον ξεχώνεψαν, γιατί σαν μεγάλος ηλικιακά που ήταν, νικούσε στα παλέματα όλα τα παιδιά του σχολείου.
Αυτά και άλλα πολλά θυμόταν ο Πέλλας από τα σχολικά χρόνια στο σχολείο της Αγαλιανής, που φιλοξενούσε και τα παιδιά του όμορου γενέθλιου χωριού του. Και έτσι έδενε στα διηγήματά του το παρελθόν με το παρόν του, τα παιδιάστικα χρόνια με την ενήλικη ζωή του, την αθωότητα της μαθητικής ζωής με τη σκληρότητα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά τα αυτογραφικά του στοιχεί στα διηγήματα που δείχνουν την ευαισθησία του και την αγάπη του για τη φύση, για τους ανθρώπους, για τη ζωή τη δίχως φόβο ζωή, τη ζωή δίχως πολέμους και φτώχεια, τη ζωή με φως, με το γλαυκό του ουρανού, την ιλαρότητα του ήλιου, με το κομπάλτο της θάλασσας και την ανοιξιάτικη ευωδία της φύσης.
===========================================================


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου