theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ[Πέθανε σαν σήμερα 23-12-1961, 41 χρονών]

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ  
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Κέδρος 1978 

 "Όταν, στα 1962, κυκλοφορεῖ τὸ ἡμερολόγιο τῆς ὁμηρίας STALAG VI C τοῦ Ὅμηρου Πέλλα, τὸ ἐλληνικό κοινό αν πληστα διαβάζει καὶ συμμερίζεται ἐνθουσιασμένο – τί ἀντίφαση ἀλήθεια! – τὰ πάθη τοῦ βιβλίου, ἡ ἐπίσημη κριτική ἐκπλήσσεται γιὰ τὸ ἀπροσδόκητο γεγονός και τελικά τα Γράμματά μας ἔχουν ἀκόμη ἕναν συγγραφέα – όχι τυχαῖον.
Η προσφορά τῆς ῾Ελλάδας στὴν ἀντιπολεμική λογοτεχνία τοῦ β΄ παγκόσμιου καὶ εἰδικά στον τομέα ἐκεῖνο τῶν γερμανικῶν στρατοπέδων, εἶχε στο ἀκέραιο ἐκπληρωθεί... ᾿Αλλά ὁ "Ομηρος Πέλλας δὲν εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ συγγραφέα μὲ τὸ ἕνα βιβλίο – παρ' ὅτι λίγα τα χρόνια που έζησε καὶ ἐκεῖνα πῶς. Πλήν ἀρκετῶν μελετών, δοκιμίων και σημειωμάτων, πλήν τοῦ θεατρικοῦ ἔργου «Ακριβή», πλήν δρισμένων γραμμάτων τῆς ἀλληλογραφίας με τη γυναίκα του, σήμερα, περασμένα ἤδη 15 χρόνια [41 ΣΗΜΕΡΑ] ἀπὸ τὸν ξαφνικό θάνατό του, βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας τα διηγήματά του. "Όλα-ὅλα εἶναι ἐφτά (στην τελική τους, νομίζω, μορφή). ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ, ή ΑΝΝΑ, ὁ ΑΝΔΡΕΑΣ, & ΣΤΑΥΡΗΣ (σταλμένο με το ψευδώνυμο Ο. Γλάρης στην «'Επιθεώρηση Τέχνης» για το διαγωνισμό ἀντιστασιακού διηγήματος «Κορυσχάδες»), ἡ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ, ή ΘΟΔΩΡΑ καί ὁ ΓΕΡΟ- ΔΙΑΣ. «Συμφωνία λυγμῶν» τὰ ὀνόμαζε ὁ ἴδιος, στάλες βροχῆς ποὺ τὴν ψυχή καὶ τὸ κορμί μουσκεύουν, θλίψη καί κρύο μαζί. Πλαίσιο το χωριό καὶ ἤρωές του τὸ μνημολόγιο τῆς σχηματισμένης-ἀσχημάτιστης παιδικῆς ἡλικίας, οἱ κοντινοί του ἀπτοῖ ἄνθρωποι που ἡ κατάληξή τους δὲν εἶναι τὰ βαθιά γηρατειά καὶ τά καλά πλούτη. Ο χαμός πρίν τῆς ὥρας τους καὶ ἀπὸ συγκεκριμένες αἰτίες. Τα στερνά ὀρθώνονται ἀπό τά τριάντα πέντε καὶ ὕστερα, μέσα στήν ἀρρώστια καί τή στέ ρηση. Τα γυναικεῖα χέρια γρήγορα χάνουν την τρυφεράδα, γίνονται ἀρσενικά, ροζιάζουν. Ο δείχτης τῶν προβληματισμῶν του πάντοτε σημαδεύει τὰ βάσανα. «Ποῦ νὰ πατήσεις για να στηρίξεις τὸν ἄλλο; "Όπου ἀκουμπήσεις πληγή, ὅπου βάλεις το δάχτυλο πύο». Το τραγούδι καὶ ἡ χαρά πνίγονται στο γενικό, μοιραίο κλί μα, ὁ Γερο-Λιάς κάποια στιγμή μόνον ἀναρωτιέται μά ἀπο- μακρύνεται γρήγορα ντροπιασμένος, αἰτία τὰ ἐρωτήματα που θέτει ὁ ἴδιος ἐπιθυμώντας να κρατηθεῖ στή ζωή. Οἱ με- γάλοι δρόμοι για τους ἐλάχιστους, δυό-τρεῖς ξεφεύγουν τους νόμους τοῦ χωριοῦ, χάνονται κι αὐτοί σε λίγο μὲ τὸν α' ἤ β΄ τρόπο κακήν κακῶς «κι ὅμως ἡ ζωή πρέπει, μπορεῖ νά 'ναι όμορφη». Διδακτικός καί συμπάσχων στούς πίνακες τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς του, δέν γίνεται διαφορετικά, ἡ αἰσθητική του πιέζεται ἀφόρητα ἀπό τούς ἐξωτερικούς κανόνες τῆς ζωῆς ἐκείνης, που στο κάτω-κάτω δέν ἔπαιζε καὶ δὲν γελοῦσε. Παρ' ὅλα αὐτά, τεχνίτης τῶν πολλαπλών καταστάσεων ὅταν ἡ μια ἱστορία εἰσχωρεῖ στὴν ἄλλη, ὅταν τὸ ἕνα πρόσωπο ταυ- τίζεται μὲ τὸ ἄλλο καὶ ἐκεῖ πάνω γεννιέται ἕνα τρίτο, φωνές τελικά πολλές μαζί, πολύβουη ζωή – καταραμένος ὁ θάνα- τος. Τότε μόνον οἱ ἄνθρωποί του παίρνουν τὰ ὀνόματά τους, γίνονται ἐπώνυμοι, "Αννα, Σταυρούλα, ᾿Ανδρέας, Θοδώρα, ὅπως οἱ σταυροί στούς τάφους, μπαίνουν πόδια-χέρια στην ὀριστική τους θέση, το κεφάλι τα μαλλιά ἡ φωνή. Τότε ή μνήμη τῶν προσώπων αὐτόματα λειτουργεῖ, τα όμορφα δι νειρα καὶ ἐκεῖνα πού μοιάζουν μάταια, πληγή που αἱμορρα γεῖ σ' ὅλο τὸ μάκρος τοῦ βίου του καὶ ὁ συγγραφέας. Συμφιλιωμένος με τη ζωή, τυπικά δὲν ἀνατρέπει τὸν κόσμο που βλέπει ἀλλὰ τὸν δέχεται στη φυσική, ἐλεύθερη καὶ ἀξιοπρεπή συμβίωσή του. Παπαδιαμαντικός, χωρίς ἄλλο, ἂν ἀπαραίτητο εἶναι νὰ ἐντάξουμε τόν "Ομηρο Πέλλα σε κάποιο γενικότερο συγγραφικό καὶ ἀνθρώπινο κλίμα τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς γραμματολογίας, πιστεύω, μὲ ἀσφάλεια θα τρύπωνε, κακότυχο ζουδάκι, κάπου ανάμεσα στον Στρατή Δούκα, τον Κο σμᾶ Πολίτη, τον Βασίλη Λούλη, τον Κώστα Χατζηαρ- γύρη, τή Μέλπω ᾿Αξιώτη, το Νίκο Καχτίτση ἀκόμα. Γεννήθηκε στο χωριό Καημένη Γυναίκα Κυπαρισσίας το 1921, ἀρχές χρονιάς. Πέθανε στη Σκόδρα τῆς Έδεσσας το 1962, λίγο πρίν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα.

                                    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ
                                           Μάρτιος 1978
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΕΛΛΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
                 ΕΔΩ                                                   

Ο ΣΤΑΥΡΗΣ

Γιορτή, καθημερινή, ὅ,τι καιρό και να 'κανε, στις παγωνιές τοῦ χειμώνα καί στις χλιές αὐγηνάδες τοῦ καλοκαιριοῦ, τὴν ἴδια πάντα ὥρα, ἡ φωνὴ τοῦ Σταυρή γιόμιζε το χωριό: Οοοοχαα - δοοχαα. Βγάλτε τα γελάδια... 
   Οἱ νοικοκυράδες μια μια βγάναν τὰ ζῶα ἀπὸ το στάβλο καὶ τὰ ᾿φερναν στο μικρό πλάτωμα ἀπ᾿ ὅπου τὰ ξεκίνας γιά τή βοσκή. Ἐκεῖνος μετά τη φωνή, ἔπαιρνε ἀργὰ τὸ ἀνηφοράκι κι ἔβγαινε στο σύρραχο στο δένδρο. Ήταν ἕνα καραγάτσι καψαλισμένο, δυό τρία κλωνάρια μόνο χλωρά. ᾿Ακούμπας σε δαῦτο – δὲν ξεχώριζες δένδρο κι ἄνθρωπο - κι ἄναβε τσιγάρο, ἔστριβε κάτι τσιγάρα πελώρια, κον τὰ ποῦρα. Ἴσαμε που να μαζευτοῦν τὰ ζῶα. Ηθελε νὰ τὰ βλέπει ἕνα ἕνα ὅπως τὰ ᾿φερναν. Δέν ἤξερε νὰ τὰ μετρήσει – σχολειό δὲν πῆγε ποτέ. Εἶχε γεννηθεῖ σ' ένα χωριό βαθιά στην ᾿Ανατολή, στην καταστροφή χάθηκε ὁ πατέρας του, τὸν ἔφερε ἡ μάνα του ἐδῶ, ἐκείνη ξαναπαντρεύτηκε ἕναν ἀπὸ τὰ ίδια τα μέρη, χῆρο, εἶχε κι αὐτὸς ἕνα παιδί, λίγο μεγαλύτερο, έκαναν καὶ μαζί ἄλλα τέσσερα, τοῦ τον τὸν εἶχαν σαν παραρηγμένο στο σπίτι, πῆρε τὰ γελάδια τοῦ χωριοῦ καὶ δὲν ἦταν βάρος – ἔφερνε καί κάθε βράδυ τσάκανα γιά προσανάματα. Δὲν ἤξερε, λοιπόν, νὰ τὰ μετρήσει τὰ γελάδια, μποροῦσε ὅμως κάθε στιγμή νὰ σοῦ πεῖ ποιό λεί πει, ποιά εἶναι νά γεννήσει, ποιό δὲ βόσκησε σή μερα, πότε γεννήθηκε το καθένα, εἶχαν περάσει λα ἀπὸ τὰ χέρια του – ἦταν ὁ μεγάλος του ρόλος. Ὅταν εἶχε γέννα, ἔτρωγε βιαστικά το βράδυ, γιό μιζε τή σακούλα του καπνό κι ἔβγαινε. Έχω δου λειά, ἀπαντοῦσε ἐπίσημα – στὴν ἀρχή ρωτούσαν, ὕστερα μάθαν, δὲν τὸν ρωτοῦσαν πιά. Δὲν ἄφηνε και νέναν κοντά στο ἑτοιμόγεννο ζῶο. Καθόταν μονά χος, το χάιδευε, τοῦ ᾿δινε κουράγιο τρυφερά, λέγαν πώς βογγοῦσε κι αὐτός μαζί του. Τὴν ἄλλη μέρα οἱ χωρικοί καταλάβαιναν – ἡ φωνή του ήταν σα θριαμβική. Το ἴδιο καταλάβαιναν ἄν εἶχε πάθει ζημιά το κοπάδι, ἦταν σπασμένη, σά βραχνή. Μιά φορά τοῦ ᾿χε φάει ὁ λύκος ἕνα μουσχάρι, μέρες το πρωί δὲν μποροῦσε νὰ φωνάξει. 

    Ὅταν τέλειωνε το τσιγάρο του ἔβανε ξανά μιά φωνή καί κατηφόριζε. Τα μάζευε ἀπό γύρω γύρω καί τά 'βανε μπροστά, πότε κατά την Τσούκα, πότε κατά τήν Κρεμενίτσα, ἄρχιζε ἡ δική του μέρα. Ἕνας διηγόταν πώς τὸν ἔπιασε να κουβεντιάζει μια φορά μέ μιά δαμαλίτσα. Τῆς ἔλεγε πώς θα μεγαλώσει, πώς θα κάνει μουσκαράκια πολλά, νὰ μὴ φοβᾶται, αὐτός θά 'ναι πάντα κοντά της, τέτοια. 
   – Με ποιόν κουβεντιάζεις, Σταυρή; τον ρώτησε. 
Ἐκεῖνος ξαφνιάστηκε, τόν κοίταξε μια θυμωμένος, ὕστερα ντράπηκε, κατέβασε τό κεφάλι καί κρύφτηκε ἀμίλητος μέσα στα δένδρα. Μπορεῖ νὰ μὴν ήταν ἀλήθεια, ὁπωσδήποτε στά βοσκοτόπια ὅλες οἱ πλάκες και ήταν χαραγμένες, κεφάλια βοδίσια με μεγάλα ματια. 
      Τά γελάδια κι η αδελφή του, ἡ Παρθενόπη. Ένα κοριτσάκι με μεγάλα ανατολίτικα μάτια - γι' αυτό που την αγαπούσε; Τα βράδια όταν γυρνούσε, άφηνε στην αυλή τα ξύλα που κουβαλούσε κι έμπαινε στό σπίτι. Η Παρθενόπη ήξερε, ερχόταν κοντά. Εκείνος άδειαζε τις τσέπες του, πράνα, φουντούκια, κούμαρα, γκόρτσα, ἀνάλογα με την εποχή. Η μεγάλη σπιτική του χαρά ήταν να βλέπει τα μάτια της χαρούμενα όπως έτρωγε ό,τι της έφερνε - τότε λάρωνε το μούτρο τοῦ Σταυρή. τὸν άλλο καιρό ήταν πάντα σκοτεινό. Ήταν ἕνας μελαχρινός άντρας, αξούριστος πάντα, μόνο με το ψαλίδι έκοβε κάθε τόσο τα γένια του, τα μαλλιά του αχτένιστα, φουσκωμένα – σα σκαντζόχοιρος, ἔλε γε ἡ Παρθενόπη καὶ γέλαγε, γέλαγε κι ὁ Σταυρής, μὲ τὰ μάτια μόνο. Δεν μπορούσες να μαναντέψεις την ηλικία του. Ήταν ἀπό κείνους τους χωριάτες πο που τοῦ φαίνεται πρόωρο νὰ τοὺς πεῖς γέρους, ὅμως πρέπει να βιάσεις πολύ τη φαντασία σου γιὰ νὰ τοὺς δεῖς παιδιά. Ο αδιάκοπος μόχθος κι ἡ στέρέρηση έχουν πετρώσει στο πρόσωπό τους μια άχρωμη, η έκφραση – εγκαρτέρηση ἢ ἀπελπισμένη ὑποταγή – καὶ μόνο κάποιες στιγμές διακρίνεις στη ματιά το τους μιαν ἀνθρώπινη μνήμη, ἕνα μακρινό παράπονο, μιά θαμμένη πίκρα, ένα κόμπο δάκρυ ξεχασμένο τόσον καιρό που στέγνωσε πιά.
    Τὰ βράδια, ὅταν λείπαν οἱ ἄλλοι, ἡ Παρθενόπη τοῦ 'λεγε ἱστορίες που 'μαθε στο σχολειό, ἐκεῖνος άκουε - ήταν ή μακάρια ώρα του. Οἱ δικοί του, όταν τους έβρισκαν έτσι, μάλωναν.
   – Τι κάθεσ᾿ ἐδῶ κι ἀκοῦς ἐρημιές, γράμματα θά μάθεις τώρα; Σήκω, κακομοίρη, νὰ βγεῖς κατά το χωριό νὰ δεῖς κανέναν ἄνθρωπο, νὰ ἰδεῖς κανένα κορίτσι. Κατέβαζε τότε πιο βαρύ το κεφάλι καί τράβαγε ἀπανωτές ρουφηξιές. Δὲν ἤθελε νὰ τοῦ μιλᾶν για γυναῖκες. Ἡ μάνα του το 'χε καημό νὰ τὸν παντρέψει. Κάποτε βρέθηκε ἕνα ὀρφανό κορίτσι, κουτσό, ἀπ᾿ ἕνα πλαϊνό χωριό καί τούς πάντρεψαν. Λίγο καιρό ἀργότερα ἔφυγε. Εἶπαν πώς τὸν παράτησε, ἔφυγε κορίτσι ὅπως ἦρθε. "Αλλοι λέγαν πώς μια φορά θάρρεψε λίγο ὁ Σταυρής τη νύχτα κι άπλωσε τὸ χέρι νὰ τῆς κάμει χάδια, βρῆκε ὅμως τα πόδια της μπερδεμένα μέ τά πόδια τα τοῦ μεγάλου του  ἀδερφού – κοιμοῦνταν όλοι μαζί στρωματσάδα στό ένα ὅλο κι ὅλο δωμάτιο πο που 'χε το σπίτι – προσωρινή στέγαση προσφύγων ἀγροτῶν που κράτησε ὁλόκληρη ζωή – ποῦ νὰ βρεῖς ἄκρη; Οπωσδήποτε ἡ γυναίκα ἔφυγε κι ὁ Σταυρής, θυμωμένος, τῆς κράτησε ἀπὸ τὴν προίκα της ἕνα καλό πάπλωμα. Ὅταν βρίσκονταν ὅλοι στο σπίτι, προπαντός το χειμώνα που ἄναβε ἡ σόμπα, πέρναγε τή βραδιά καπνίζοντας συνέχεια. Κάποτε τον πείραζαν.
      –Ἐσὺ δὲ λές τίποτα Σταυρή; 
       -Ο Σταυρής δέν ξέρει να μιλάει, κάθεται σα χαϊβάνι, ἔλεγε ἡ μάνα του. Μόνο τσάκανα ξέρει να μαζεύει, να καπνίζει και να φτύνει πλίτς-πλίτς σαν τῆς κότας τὸν κ... το στόμα του φαρμακωνόταν ἀπὸ τὰ τσιγάρα κι ἔφτυνε ἀδιάκοπα. Ἐκεῖνος τὴν κοίταε μια φορά σκοτεινά καί ξανάρχιζε το κάπνισμα. 
     Ὕστερα ἦρθε ὁ πόλεμος. "Ακουε τα βράδια που μίλαγαν για μάχες στην Αλβανία, για Ιταλούς, χτυποῦσαν οἱ καμπάνες, τα παιδιά εἶχαν φύγει κι έστελναν γράμματα ἀπό τὸ μέτωπο – φανταζόταν ἕναν τόπο μακρινό κάτασπρο ἀπό χιόνια κι ἀνθρώπους που σαλεύουν σαν άν κατσαρίδες κι ὅποιος μπο ρέσει σκοτώνει τὸν ἄλλο. Ἔτσι πέρασε ὁ χειμώνας. Μια μέρα, τὸν ᾿Απρίλη, τον φώναξαν στην ᾿Αστυνομία, τοῦ ᾿δωσαν «κατάσταση» κι ἔφυγε γιά τή Φλώρινα, παρουσιάστηκε καί τὸν ντύσαν στρατιωτικά – ἄκουσε που μίλαγαν για πόλεμο μὲ τοὺς Γερμανούς. Ἔμεινε 2-3 μέρες, ὕστερα τον φώναξαν σ' ἕνα γραφεῖο καί τοῦ ᾿παν νὰ φύγει, δὲν τὸν χρειάζονταν πιά, ὁ πόλεμος τέλειωσε. Σπρωχνόταν μιά ὁλόκληρη μέρα νὰ μπεῖ σε κανένα τρένο, δέν τά κατάφερε, ξεκίνησε με τα πόδια – σε δυό μέρες ἦταν στο χωριό. Ἐκεῖ ὅλα ἦταν ἄνω-κάτω. Ἡ ᾿Αστυνομία εἶχε φύγει, ἀεροπλάνα περνοῦσαν ἀράδα κατά το Νοτιά, οἱ Γερμανοί, λέγαν, προχωροῦσαν γιὰ τὴν ᾿Αθήνα, ὅλοι ἦταν τρομαγμένοι, ὅλοι περίμεναν κάτι φοβερό να 'ρθει. Στό τέλος οἱ Γερμανοί δὲν ἦρθαν στο χωριό, τοὺς εἶδαν, λέγαν, στην πόλη – τα παιδιά ποὺ εἶχαν πάει στον πόλεμο ξα- ναγύριζαν ἕνα ἕνα, οἱ δικοί τους ἦταν χαρούμενοι. Μόνο ὁ Θανάσης τοῦ Σωφρόνη γύρισε λίγο αργότερα κουτσός κι ὁ ξάδελφός του ὁ Νικόλας δὲ θὰ γύριζε ποτέ, σκοτώθηκε στην ᾿Αλβανία κι ἡ μάνα του έκλαιγε. Σιγά σιγά ὁ κόσμος συνήθισε, ξανά πιασε τίς δουλειές του κι ὁ Σταυρής τά γελάδια του – πέρασε το καλοκαίρι. 
   Το χειμώνα, ἀραιά στήν ἀρχή, πιό πυκνά ΰστερα, φτάναν στο χωριό ἄνθρωποι ἀπό τίς πόλεις, ἀδύνατοι καί φοβισμένοι, φορτωμένοι πράγματα τοῦ νοικοκυριοῦ τους ποὺ τὰ πουλοῦσαν για ψωμί. Διηγοῦνταν φοβερά πράγματα για τις πολιτεῖες. Λέγαν γιὰ τὴν πείνα – οἱ ἄνθρωποι γυρνοῦσαν ὅλη τὴ μέρα γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, παιδάκια καὶ γέροντες πεθαίναν στους δρόμους δρόμους ἀπὸ ἐξάντληση, γιὰ τὸν τρόμο λέγαν, πού πλάκωνε τις γειτονιές ὅταν ἄρχιζε να βραδιάζει, καὶ τὰ μάτια τους ἦταν πάντα σκιαγμένα. 
    Ὅλα αὐτὰ ὁ κόσμος τ' ἄκουε σα μακρινά και ξένα. Ἴσαμε πού ὁ φόβος ἦρθε πιο κοντά. Οἱ Γερμανοί μπήκαν σ' ἕνα κοντινό χωριό, ἄρπαξαν πράγματα ἀπὸ τὰ σπίτια, τουφεκοῦσαν στον αέρα, σκότωσαν κι έναν πού πήγαινε να φύγει κρυφά. Οἱ ἄνθρωποι δὲ βγαίναν πιὰ τὴν νύχτα, στο παζάρι πήγαιναν φοβισμένοι κι ὅλο περίμεναν πάλι κάτι να 'ρθει κακό μέρα με τη μέρα, ὥρα μὲ τὴν ὥρα. Ένα πράγμα σκοτεινό και πελώριο, κρεμασμένο στὸν ἀέρα, βάραινε, προπαντός τη νύχτα, την ψυχή τοῦ Σταυρῆ. Δὲν ἤξερε καλά νὰ πεῖ τί ἦταν, ἦταν σίγουρος ὅμως πώς πλανιόταν πάντα ἐκεῖ φοβερό, ἕτοιμο νὰ τὸν πλακώσει. 
     Καί μια μέρα γέμισε ὁ τόπος βουητό, μοτοσικλέτες, αὐτοκίνητα, οἱ Γερμανοί πιάσαν το χωριό γύρω γύρω, ὁ Σταυρής ἦταν στο δέντρο καί περίμενε νὰ μαζευτοῦν τὰ γελάδια, τοὺς εἶδε. Μάζεψαν ὅλα τὰ ζῶα στην πλατεία, τὰ περνοῦσαν ἕνα ἕνα μπροστά ἀπό ἕναν κοκκινομάλλη Γερμανό κι ἐκεῖνος διάλεγε τα νέα και τὰ χώριζε στὴν ἄκρη. Κατέβηκε και ζύγωσε, τὸ μάτι του έτρεξε ἀμέσως. Ἡ ταν μιά δαμαλίτσα κοντά δυό χρονῶν, παρδαλή με κανελιά μπαλώματα καί τριανταφυλλιά μάτια ομορφότερο πράμα δὲν εἶχε περάσει ἀπό τα χέρια του. Τοῦ χρόνου θα γεννοῦσε, την περίμενε νὰ τοῦ ἄλλη,άλλη μια δαμαλίτσα όμορφη σαν και εκείνη κι άλλη ,κι άλλη- ἕνα ὄνειρο: το λιβάδι μπροστά του σάν και κείνη κι γεμάτο γελάδια μέ κανελιά μπαλώματα καί τριανταφυλλιά μάτια. Τώρα ὅμως πάει, θὰ τὴν παῖρναν, ἦταν σίγουρος. Πήγε κοντά, τὴν ἔσπρωχνε, τή χάιδευε. Ο Γερμανός την τράβηξε στὴν ἄκρη μὲ τὰ νέα ζώα.
   – Αὐτή μή... πῆγε νὰ πεῖ, ὁ

ΣΤΑΛΑΓΚ VLC

 Όμηρος Πέλλας
ΣΤΑΛΑΓΚ VLC
Ημερολόγιο τῆς ὁμήρίας 
Το Στάλαγκ VIC μὲ τὸν ὑπότιτλο Ἡμερολόγιο τῆς ὁμηρίας, ἀφηγεῖται την καθημερινή ζωή τῶν αἰχμαλώτων στα στρατόπεδα συ γκέντρωσης τῆς Γερμανίας. Πέρα από την ἱστορική του ἀξία, αὐτό το μυθιστόρημα διαθέτει ἀρετές μοναδικές: ἀμεσότητα, δύναμη, ζωντάνια στην περιγραφή τῶν εἰκό- νων καί ὅλ᾽ αὐτά δοσμένα με μια λιτότητα ἀφοπλιστική. Ὁ Ὅμηρος Πέλλας δίκαια κατέχει περίοπτη θέση στὸ χῶρο τῆς σύγχρονης έλληνικῆς λογοτεχνίας, γιατί κατόρθωσε να δώσει μὲ ἀνθρωπιά κι ευαισθησία αὐτό το θέμα, που πολύ εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀποπνέει ἁπλοϊκούς αἰσθηματισμούς και μελο δραματικό ύφος. Και για να κατανοήσουμε το μέγεθος τῆς ἀξίας αὐτοῦ τοῦ ἔργου καὶ τοῦ λογοτέχνη Όμηρου Πέλλα, θα πρέπει να λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ἡ ἱστορία που τόσο ὑπόκωφα καὶ ὑποβλητικά μᾶς ἀφηγεῖται εἶναι κομμάτι τῆς δικαίας του ζωῆς. 
Ίσως γι' αὐτό εἶναι συγκλονιστικό.
 ................................................................................................................
[Μικρό απόσπασμα]
......῎Ἄλλο πράγμα κι ἐκεῖ στα κρατητήρια της Γκέσταπό δέκα ἄνθρωποι μέσα σ' ἕνα πλυσταριό, στην αὐλή ἑνός σπιτιοῦ. Εὐτυχῶς ἦταν μέσα κι ἕνας γιατρός, εἶναι δῶ τώρα μαζί μας, και μᾶς «κούραρε». Μαζί μας κι ἕνας που κατέδωσε το γιατρό στούς Γερμανούς – μυστήρια που γίνονται! Γέροι, νέοι ἀλήθεια τί νὰ γινε κεῖνο τὸ κίτρινο παιδί πού δέ μιλοῦσε καθόλου; Το κατέβασαν ἕνα πρωί ἀπό πάνω τὰ γραφεῖα τῆς Γκεσταπό ὅπου βρί σκονται τ' ἀπομονωτήρια. Εἶχε ἔκδηλο ψυχικό κλονισμό ἰσχυρότατο, ὁ γιατρός διαπίστωσε καρδιακές ἀνωμαλίες. Ἔμεινε δίπλα μου, τρώγαμε μαζί το ·φαγητό πού μοῦ ᾿φερναν τὰ παιδιὰ τοῦ οἰκοτροφείου. Ὅλο τον καιρό που μείναμε ἐκεῖ καί στο Doulag, στη Θεσσαλονίκη, δέν ἔβγαλε λέξη.
     Μόνον ὅταν ἔγινε γνωστό πώς θά ·φύγουμε γιὰ ἐδῶ μᾶς διηγήθηκε τί εἶχε πάθει. 
    Στο χωριό του εἶχαν σκοτωθεῖ δύο Γερμανοί καί τόν πιάσανε μαζί μ' ἕναν παπά που τυχαία βρέθηκε κεῖ, ἦταν ἀπό τήν πόλη. Τον κρατοῦσαν ἀπομονωμένο. Κείνη τη νύχτα, πρίν τον φέρουν κάτω, μετά τα μεσάνυχτα τόν φώναξαν καὶ τὸν πῆγαν μέσα σ' ἕνα δωμάτιο τῆς Γκεσταπό –κεῖνο τὸ χτῆνος ὁ Μάξ, ἕνα ἀνθρωπόμορφο τέρας με μούρη σα σκύλος μπουλτόγκ εἰδικός βασανιστής. Ὅταν μπῆκαν στο δωμάτιο τοῦ ᾿παν να το · σφουγγαρίσει καί νὰ μὴν πεῖ τίποτα – ήταν οἱ τοίχοι γιομάτοι αἵματα, καὶ τὸ πάτωμα · τὸ ἴδιο. Στή γωνία - σταμάτησε το καημένο το παιδί κι ἔβαλε τα κλάματα. Ξέσπασε – μέχρι τότε δὲν ἔκλαψε ποτέ. Ἔκλαιγε τώρα. Ο γιατρός εἶπε πώς ἦταν καλό που έκλαψε. Ὅταν σταμάτησε συνέχισε: Στή
ΣΤΑΛΑΓΚ VI C γωνία, λοιπόν, βρισκόταν ένα σκοτεινά πράμα – όταν πλησίασε εἶδε πώς ήταν ἄνθρωπος. Ένας πραγματικός σωρός κρέας και κόκαλα. Μόνο δυό μάτια κινούνταν, κι ή γλώσσα του – Εγώ είμαι, ὁ παπάς, του 'πε. Μόλις ακουγόταν ή φωνή του. Πάρε τοῦτον τὸ σταυρό – ὅταν τὸν ἀκούμπησε να βγάλει το σταυρό εἶδε πῶς τοῦ χανε λιώσει τα κόκαλα. Κι ήταν ένας περήφανος παπάς θεόρατος, τὸν θυμάμαι καλά. Παράτησε καὶ σταυρό καὶ παπά, σφουγγάρισε άρον άρον το πάτωμα καὶ τοὺς τοίχους καὶ ξαναγύρισε στο θάλαμό του. Την άλλη μέρα τὸν κατέβασαν σ' ἐμᾶς. Ήταν κατακίτρινος σὰ νὰ χε ίκτερο. Έκαμε καιρό να κοι- μηθεί.
 Τότε κι ἐμεῖς καταλάβαμε. Είχαμε ἀκούσει κείνη τη νύχτα ἀργά, μια γοερή, ἀπερίγραπτα ἀνατριχιαστική κραυγή - Πουχί Χριστέ μου! Κι ύστερα συνέχεια – Πάρε με με Παναγία μου! Κι ὕστερα τίποτα... Μαζευόμαστε ὁ ἕνας κοντά στον ἄλλο, ἡ ψυχή κουβάρι, σαν τα σκυλιά το χειμώνα. Κάποιος εἶδε ἀπό μια τρύπα τῆς πόρτας το πρωί που κατέβαζαν κάτι με κόπο, τυλιγμένο σ' ένα τσουβάλι μεγάλο. Την ίδια μέρα ἀπόλυσαν τὸ γιό τοῦ παπά που ήταν μαζί μας – δὲν ἤξερε τίποτα για τον πατέρα του, οὔτε καν πώς τον πιάσαν.
  Όταν ξαναφέρνω στο νοῦ μου κείνη τη γοερή κραυγή μέσα στην τρομαγμένη νύχτα, μοῦ ἔρχεται ἀνατριχίλα. ᾿Αλλά τι τα σκέφτομαι τώρα ἐκεῖνα; Πέρασαν όπως πέρασαν. Όμως τί να κάμεις, Έρχονται μόνα τους. Βρυκόλακες, εφιάλτες – θα μπορέσουμε τάχα ν' ἀπαλλαγοῦμε ἀπό δαύτους, όταν κάποτε γλιτώσουμε και ζοῦμε ἀνθρωπινά; Η θα τους κουβαλάμε να ρίχνουν τὸν ίσκιο τους κι όταν κάποτε ή χαρά θα φωτίζει το μέτωπο καὶ τὴν καρδιά μας; Ας εἶναι. Αὐτὰ εἶναι θέματα ποὺ δὲ λύνονται τώρα κι εδώ. Τώρα βρισκόμαστε στο Essen-steele.    Βολευτήκαμε στους θαλάμους καλά. Μόνο κάτι παράθυρα λεί πουν. Βάλαμε χαρτόνια. Έχουμε κρεβάτια, μόνο που πεινάμε πολύ, φαγητό αύριο. Έκανα μια βόλτα στους θαλάμους νὰ δῶ, εἶπα, πῶς εἶναι, ἀνακάλυψα όμως πώς ζητοῦσα κάτι ὀρισμένο κι ἐκεῖνο τὸ ὁρισμένο ἦταν ὁ δικηγόρος – εἶχε και ψωμί καὶ μαργα ρίνη και ζάχαρη. Τον βρήκα ήσυχα ήσυχα ξαπλωμένον. Έκατσα, έκατσα, πιάσαμε κουβέντες, το 'φερα πλάγια πώς πεινάω, έκανε το κορόιδο. Μέχρι τέλους δὲν τοῦ ζήτησα. Ξανά κεῖνος ὁ κόμπος στο λαιμό, ἔφυγα ἀπελπισμένος. Αργότερα στο θάλαμό μας ήρθε ένας Ιταλός – .........
..
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΙΑ ΤΟ ΣΤΑΛΑΓΚ VLC ΚΛΙΚ ΕΔΩ


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΕΛΛΑΣ: Το Προσκύνημα στον τάφο Του στην "Καημένη Γυναίκα"...

   

     Όπως σου είπα και σου ΄γραψα πριν πάμε στην πριγκηπέσσα των ορέων της Τριφυλίας, τη Βανάδα, με τον Κουμπαράκο και τον Θύμιο
[1
]  εκάναμε μια μικρή παράκαμψη και τραβήξαμε για τη Καημένη Γυναίκα. [2] Νάμαστε που λες και οι τρεις  στην εκκλησούλα όπου κείται ο τρισένδοξος  Όμηρος Πέλλας [Οδυσσέας Γιαννόπουλος] στον μαρμάρινο τάφο. Κόψαμε λίγα αγριολούλουδα από τη φύση που τόσους ύμνους και διθυράμβους έχει χαρίσει ο Οδυσσέας  και τα αποθέσαμε ως στέφανο τιμής και δόξας στο προσκύνημά του.  Με την ευκαιρία σου θυμίζω την πρώτη επίσκεψη που κάναμε προ 9 ετών πάλι με τον κουμπαράκο, που απήγγειλε και τον μικρό πανηγυρικό. κλικ
ΕΔΩ
Με τον Θύμιο
     Η επίσκεψη και η μνημόνευση στους μεγάλους νεκρούς μας είναι ιερό μας καθήκον και τιμάμε πρώτα τον εαυτόν μας.
     Κι εγώ από τη μεριά μου, τιμή μου μεγάλη και καμάρι μου που έκατσα και ...αντέγραψα το κατά πολλούς καλύτερο διήγημα από τα εφτά διαμάντια του Πέλλα, με τίτλο "ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ" και σας το παρουσιάζω ολόκληρο, μια και τα βιβλία του είναι σπάνια και δυσεύρετα. Εκτός δε από αυτό το βήμα, συνάμα το αναρτώ και στο FB κάνοντας δε την παράκληση να το κοινοποιήσετε για να το διαβάσουν περισσότεροι. 

 [1] Φιλοσοφείν ο πρώτος, Ζαχαραίος ποιείν ο δεύτερος, Κοπανιτσάνος άρτι αφιχθείς εξ Αυστραλίας. Μπράβο Κουμπάρε οδήγησες το φελέκι σου, στα 65 σου γράφτηκες φοιτητής στο Φιλολογικό της Πάτρας και όπου νάναι το τελειώνεις αφού ξημεροβραδιάζεσαι με τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο, τον Ντιντερό, τον Ρουσό, τον Χάμπερμας και λοιπούς γίγαντες, Κι ο Θύμιος επί 6 μήνες ζυμώθηκε στις καλύβες των Αβορίγινων κι απέκτησε μια τρυφερότητα  και μια λυρική αγάπη που αναδύονται από τα ποιήματά του. Άντε που λες φίλε αναγνώστη να κάνω κιχ μπροστά τους και να φέρω αντίρρηση. Μπίλιες γινόμαστε με τον κουμπαράκο, τον σερέτη....Ο Θύμιος είναι διαφορετικός  τύπος από μας, πράος....Κι ας κατάγεται από την Κοπάνιτσα, που είναι ενεργό ηφαίστειο ... παλαιόθεν. 


[2[ Πολλάκις έχω αναφερθεί στον βιασμό, παρά φύσει μάλιστα,  της "Καημένης Γυναίκας" που κάποιοι ελληνάρες προφέσορες της άλλαξαν την πίστη και την έκαναν Πρόδρομο, Αν είναι δυνατόν... Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα.
[3] Προσεχώς θα δημοσιεύσω αποσπάσματα από το βιβλιαράκι του Κυπαρίσσιου συγγραφέα Στάθη  Παρασκευόπουλου, αφιέρωμα- ύμνο στο μεγαλείο του Πέλλα. Ο ίδιος δε, ήταν δάσκαλος τότε στα αποκαλυπτήρια της προτομής όπου έβγαλε και τον πανηγυρικό λόγο!... 

"ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ"

Είναι κατά πολλούς το καλύτερο διήγημα 
από τα εφτά διαμάντια του Όμηρου Πέλλα

  Χαλάλι, τρισχαλάλι που έκατσα και το ...αντέγραψα ολόκληρο από το παλιό βιβλίο , έκδοση 1978, μια και τα δύο βιβλία του Πέλλα, "ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ" και "ΣΤΑΛΑΓΚ VI C"" είναι σπάνια και δυσεύρετα. Εκτός δε από αυτό το βήμα, συνάμα το αναρτώ και στο FB κάνοντας δε την επίκληση να το κοινοποιήσετε για να το διαβάσουν περισσότεροι. Δημ.Κουκουλάς

Πήγαινα στην πέμπτη τάξη του Γυμνασίου. Είχα κιόλας ανακαλύψει ένα σωρό πράγματα όπως π.χ. το ηλιοβασίλεμα στο Ιόνιο μέ τις πυρκαγιές που ἀνάβει πίσω ἀπό τή Ζάκυνθο ἐνῶ ἡ θάλασσα παίρνει αμέτρητες αποχρώσεις ἀπό τό τριανταφυλλί ως τό μελί καί τό μαβί ή το καφέ, λυπόμουνα την κάθε στιγμή που πέθαινε, τά ἀνεπίστροφα σχήματα ποὺ ἄλλαξαν τα σύννεφα καί τά ἄλλα τέτοια. Ηταν μια μικρή επαρχιακή πόλη στη δυτική Πελοπόννησο ἀνακαθισμένη στη ρίζα τοῦ βουνοῦ ἀκουμπισμένη ἀπό τή μέση κι ἀπάνω στο βουνό και μὲ τὰ πόδια απλωμένα ως τη θάλασσα νά τά λούζει- έτσι έλεγε ὁ Πώλ Φεβάλ για την Καλκούτα- μια μικρή πόλη γεμάτη αλογοκοπριές και περηφάνια, καφενεία με λιθογραφίες Φάουστ και Ριγολέτο σε μεγάλες κατασκονισμένες χρυσαλειμμένες κορνίζες, ένα παλιό κάστρο γιομάτο βρωμιές, σημάδια από ένα άλλο κάστρο που το έχτισε ὁ Επαμεινώντας, ένα μουράγιο μισογκρεμισμένο όπου άραζε που και που κανένας σκυλοπνίχτης, καί πολλά παλιά σπίτια αρχοντικά στην απάνω ρούγα που ἐγκαταλείπονταν και νοικιάζονταν σε μας – φτωχάχωριατόπαιδα, 50-60 δραχμές το μήνα. Μαζί λοιπόν μέ τ' ἄλλα πράγματα εἶχα ἀνακαλύψει πώς κάτι σαν ὁμίχλη κινιόταν μέσα μου, πού μέ μπέρδευε, μιά ἀχνούρα που κάποτε πύκνωνε καί κάποτε ἀραίωνε γιά ν' ἀφήσει νά διαγραφεῖ ἕνα μελαχρινό ἀδύνατο κοριτσίστικο πρόσωπο μ' ἀκίνητα μάτια - ὤ, πόσο θλιμμένα μάτια! Ηταν μια μαθήτρια τοῦ Γυμνασίου σε κάποια τάξη παρακάτω ἀπό μένα - δέ θυμοῦμαι πιά τ᾿ ὄνομά της. Καθόταν όπως στρίβαμε το πλάτεμα τοῦ δρόμου πού τό λέγαμε πλατεία κι ἄρχιζε τό καλντερίμι γιά νά πάω στο σπίτι - εἶχα βρεῖ μιά σπιτονοικοκυρά πού τῆς ζωγράφιζα τους προγόνους της, ὅσων βρίσκαμε φωτογραφίες, καί γλίτωνα το νοίκι μάλιστα τά πρῶτα χρήματα πού πῆρα ἀπό δική μου δουλειά ἦταν ἕνα τάλιρο για να γράψω στο κουτί τοῦ τάφου τοῦ πατέρα της... ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ. ἐτῶν 72, συμβολαιογράφος - πέθανε ἡ καημένη ἀπό συγκοπή σέ μιά ἀνατίναξη του τρένου πού ἦταν μέσα.
Στο σχολείο στην τάξη μου- πού δέν εἶχα με καμιά μαθήτρια, εἶχα πολλή πέραση ὡς μαθητης. Ζωγράφιζα καλά συνήθως ακουαρέλλα για τί οἱ λαδομπογιές ἦταν ἀκριβές ἀπέδιδα τόν Ἱππόλυτο τοῦ Εὐριπίδη σε στίχους που διαβάζονταν μετά την ἑρμηνεία κι έκανε εντύπωση στην τάξη, ἔγραφα στίχους για τη μοναξιά καί τή σιωπή, πεζά τραγούδια με πολλά «καί» διαβάζαμε τότε μεταφράσεις του Πόε καί τοῦ ντ' Ανούντσιο πού τούς συζητούσαμε στο πίσω μέρος ενός μπακάλικου -τί λέω! τοῦ μπακάλικου τοῦ πατέρα ἐκείνης, που ήταν κατ' ἀπ' τό σπίτι της. Παίρναμε ένα «διάφορο» (κοκτέιλ θα το λέγαμε σήμερα), βάναμε κι ἄλλο κι ἄλλο λαθραῖα ἀπό τά βαρέλια - εἴχαμε καί τά μέσα γιατί ὁ ὑπάλληλος ἦταν φίλος μας και μᾶς ἔφερνε καί χοῦφτες λουκούμια για μεζέ κρυφά – κι ἄναβε ἡ συζήτηση ἀπό τό συμβολισμό και - τούς σουρεαλιστικούς στίχους πού πρωτοφανερώνονταν τότε γιά νά περάσει στο Ροβεσπιέρο και να καταλήξει σέ ἀνθρωπογεωγραφικές θεωρίες για μετακίνηση τοῦ κέντρου τοῦ πολιτισμοῦ ὁλοένα και βορειότερα γιατί τό κρύο βοηθάει τήν ἀνάπτυξη τῆς λογικῆς, πού ὅσο πάει καί μπαίνει πιό πολύ ὡς κεντρικό στοιχεῖο πολιτισμοῦ. Σ᾽ ἕνα βαρέλι κρεμόταν μιά προσωπογραφία —ἀντίγραφο με μολύβι— τοῦ Βάγκνερ, ἔργο δικό μου. Νά τό εἶδε τάχα ἐκείνη; Τήν ἔνιωθα στό ἐπάνω πάτωμα —ἔτσι μέ τά μαλλιά ὁλόμαυρα, λυτά στούς ὤμους- νεράιδα πού ξεστράτισεν ἀπό τό λόγγο κι ἦρθεν, εἶχα γράψει — αὐτά ὅμως δέν τά διάβαζα στην παρέα. Αλήθεια, πῶς σκόρπισε κείνη ἡ παρέα! Ἤμαστε πέντε. Ὁ ἕνας εἶναι φυματικός, ἐξέδωσε μιά συλλογή διηγήματα «Αγέλαστα Νιάτα», δυό σκοτώθηκαν στην κατοχή, ἕνας εἶναι βοηθός ἐπιθεωρητοῦ σέ μιά επαρχιακή εκπαιδευτική περιφέρεια κι ἐγώ-ἀλλὰ ἄς ξαναγυρίσουμε πίσω.
Κάθε βραδάκι λοιπόν πού ἔστριβα ἀπό τήν πλατεία γιά νά μπῶ στο καλντερίμι τήν ἔβλεπα νά κάθεται σ' ἕνα παράθυρο και ν' αγναντεύει το Ιόνιο, πού εἶναι ἡ πιό γλυκιά θάλασσα το σούρουπο, σάν να περίμενε κάτι θλιμμένη, κάτι συνταρακτικό και ὡραῖο - ἔτσι ἔλεγα καί τά 'φτιανα αὐτά στίχους ὥς να φτάσω στο σπίτι κι ὕστερα το βράδυ ὅταν ἔσβηνα τή λάμπα ἔφτιανα ἱστορίες μ᾿ ἕνα ἄσπρο ἄλογο καβάλα - δέν ἤμουνα ποτέ καλός καβαλάρης- στο παράθυρό της ἐκείνη σκύβει, τό άλογο σηκώνεται στα πισινά, τήν ἁρπάζω καί χανόμαστε καπνός μέσα σ᾿ ἕν᾿ ἀπέραντο δάσος μέ πανύψηλα δένδρα φθινοπωρινά. "Αλλοτε πάλι ἐκείνη σ' ἕνα δένδρο ἀκουμπισμένη, ἡ γῆς στρωμένη φύλλα ξερά, ἐγώ προχωροῦσα ξιπόλυτος, ψηλός πολύ, σί μωνα κι ύστερα — δέν ξέρω ὕστερα, μόνο τα μάτια της μεγάλωναν, μεγάλωναν - τί χρῶμα είχαν, που τέ δέν μπόρεσα να μάθω, γιατί ποτέ δέν τά κατά φερα νά τήν κοιτάξω ἴσα ἀπό κοντά ὕστερα ὅλα παῖρναν μελί χρῶμα.
Ἕνα βράδυ, εἴχαμε πιεῖ 3-4 αδιάφορα» κι εἴχαμε παραζεσταθεῖ —

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

 [ΤΟ ΞΑΝΑΔΗΜΟΣΙΈΥΩ -1Η ΦΟΡΆ ΤΟ 14-
ΚΑΘΌΤΙ ΘΕΩΡΏ  ΌΤΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΕΝΙΑΣ!!!]



Διήγημα του ΟΜΗΡΟΥ ΠΈΛΛΑ*
Πηγή: navarino-s.blogspot.gr/

   Ξαφνικά ακούστηκε ένας κρότος που πλησίαζε -τρίζαν τα ξερά φύλλα- κι' ένα αγκομαχητό, ξεμύτισε μια χελώνα, πίσω ο αρσενικός που την είχε πάρει από κοντά λαχανιάζοντας και κλαψουνώντας. Σταμάτησαν μια στιγμή μπροστά μας, παίξαν τα ματάκια τους αμφίβολα. Εκείνου του είχε βγει η γλώσσα το στόμα ανοιχτό, έδειχνε αποκαμωμένος, όμως ξεκίνησε αμέσως όταν ξεκίνησε εκείνη και ξανάρχισε το λαχάνιασμα και τ' αγκομαχητό.
   Μπροστά μας προς τα κάτω ήταν ένα αλωνάκι μικρό, όχτος από το πάνω μέρος, γκρεμός στο κάτω χείλος μέχρι κάτω τις "Σπηλιές", κάποτε οι καβουρνιάρηδες είχανε στήσει εδώ καμίνι. Εμποδισμένα από εμάς τα δυο ζωντανά ροβόλησαν στον καμινότοπο και πήραν την όχτη-΄οχτη και έφτασαν στην άκρη. Την έξοδο την έφραζε ένα κουτσουράκι, κάτω έχασκε ο γκρεμνός, έκανε η μπροστινή να στρίψει πίσω, της έφραξε το δρόμο το σερνικό, τη στένεψε, σταμάτησ' εκείνη και την ανέβηκε! Η σβησμένη του αναπνοή γίνηκε πιο κοφτή, οι κινήσεις του γίνηκαν γρήγορες, σε μια στιγμή -εμείς κρατούσαμε, θυμάμαι, την αναπνοή- έγινε πιο βίαιος, σαν τάνυσμα, ξαφνικά το ξύλο όπου στηριζόταν η θηλυκιά υποχώρησε και τα δυο ζούδια χάθηκαν στον γκρεμνό.
   Την ίδια στιγμή ένα "άααα" ακούστηκε αριστερά μας, κι' ένα κορίτσι τινάχτηκε πίσω από τις λούζες, πέρασε τ' αλώνι και έφτασε στο μέρος που πέσαν τα ζωντανούλια, έσκυψε και κοίταζε τον γκρεμνό - ακουγόταν ο θόρυβος που 'καναν τα καύκαλα κατρακυλώντας.
   Φαίνεται πως κινηθήκαμε και μας άκουσε γιατί γύρισε το κεφάλι, περιδιάβασε το μάτι ερευνητικά και φοβισμένα και ύστερα το σταμάτησε πάνω μας. Καρφώθηκε λίγο, περπάτησε από τον ένα στον άλλο σαν γεράκι, σαν φίδι, έτσι ερωτηματικό σαν αρπακτικό και πάντα τρομαγμένο σαν ζούδι του λόγγου, σηκώθηκε απότομα και χάθηκε στον ανήφορο, πίσω από τις ασφάκες.
   Την ξέραμε, ήταν η Σταυρούλα του Κατσίρου. Την είχα προλάβει και εγώ στο σχολείο.  Ερχόταν μέχρι την τρίτη τάξη, δεν ήταν κακή μαθήτρια, στην Αριθμητική μάλιστα ήταν πολύ καλή, στην ομιλία δυσκολευόταν, άλλωστε δεν πολυμιλούσε. Μόνο που ήταν πάντα αχτένιστη, φορούσε πάντα το ίδιο φουστάνι, φαίνεται δεν το 'βγανε ούτε στον ύπνο της, τα μάτια σκιαγμένα, σα να ήταν σε ξένο τόπο, σαν ζούδι που το 'φεραν από το λόγγο και βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σ' ανθρώπους. Ήταν πολύ φτωχιά. Ο πατέρας της είχε κάτι λίγα χωραφάκια μα πιο πολύ ζούσαν από τα γίδια.
   Όταν πήγαινε στην τρίτη τάξη, πέθανε η μάνα της, ο πατέρας της την κράτησε στο σπίτι να κάνει τη νοικοκυρά. Μια φορά μόνο την είχα δει στο πανηγύρι. Είχε πιάσει μια γωνιά ενός σπιτιού κι από κει έβγανε το κεφάλι και κοίταε το χορό στ' αλώνι. Ίσαμε που  νύχτωσε κι' έφυγε πάλι για το ξώσπιτο.
................................................................................................................................................................
    Πήραμε τον κατήφορο για το γυρισμό, έπρεπε να βιαστούμε να μη νυχτώσουμε, κόντευε να βασελέψει ο ήλιος - γυάλιζε χρυσό, θαμπωτικά λαμπρό το Ιόνιο, δυτικά.
   Όταν περάσαμε κοντά στη Σμουρτίτσα, η Σταυρούλα ήταν ανεβασμένη σ' ένα κλαδί φυτρωμένο οριζόντια σ΄ ένα βράχο και τραγουδούσε.
   Ήταν τόσο  συνεπαρμένη από το τραγούδι που ούτε μας πήρε είδηση. Κάπου-κάπου σταματούσε κι άκουγε τον αντίλαλο της ρεματιάς - έλεγε ένα τραγούδι μονότονο, μακρόσυρτο, θλιβερό, όλο μοναξιά και παράπονο. Δεν ήταν καθόλου άγρια. Το πρόσωπο της -πάντα αχτένιστα τα μαλλιά κι ανακατωμένα- είχε ένα φως, ήταν ήρεμο, σχεδόν χαρούμενο. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν,  η Σταυρούλα κι η φωνή της.
   Τραβήξαμε βιαστικά, σουρουπώματα ήμασταν στο χωριό. Όλο το δρόμο, κι  αργότερα όταν μεγάλωσα και έφυγα από το χωριό, με βασάνιζε τούτη η εικόνα: Ένας ολομόναχος, έρημος άνθρωπος, ένα κορίτσι ολομόναχο που τραγουδάει σ' ένα άγριo μέρος, δαρμένο από τους αέρηδες το χειμώνα και τον ήλιο και το καλοκαίρι. Πως να γεμίσεις μέρες ολόκληρες, με τη φωνή σου μονάχα, μήνες, χρόνια; Γιατί η καημένη η Σταυρούλα πέρασε χρόνια έτσι, μέχρι που ήρθε ξαφνικά το τέλος, πιο σκληρό από τη ζωή της.
   Στα 1945, τον Απρίλη -είχε περάσει πια η Κατοχή- τη βρήκανε σκοτωμένη σ' ένα τσαγδούρι, λίγο παρακάτω από τη Σμουρτίτσα. Τα χέρια της δεμένα σ' ένα κλαρί, τα πόδια τσακισμένα, τα ρούχα ξεσχισμένα, το κεφάλι λιωμένο, με μια μεγάλη πέτρα που βρέθηκε πλάι, με κομμάτια μυαλό και αίματα. Την είχαν βιάσει -θα πρέπει να 'τανε τουλάχιστον δύο, ήταν πολύ γεροδεμένη. Θα 'χανε παλέψει πολύ, τα κοντόκλαδα γύρω ήταν αλωνισμένα, και το χώμα κάτω από το κορμί της σκαμμένο. Τα χείλη της ήταν καταματωμένα, τα 'χε κόψει με τα δόντια.
   Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος ή ποιοι τη σκότωσαν, τουλάχιστον δεν πιάστηκε κανείς.  Μίλησαν για έναν βουβό  κι' άλλον ένα που έφυγαν τότε κοντά για την πόλη και δεν ξανάρθα. ν στο χωριό -τους είχαν, είπανε, δει εκεί γύρω εκείνη τη μέρα. Επειδή ήταν από το χωριό και τους  γνώρισε η Σταυρούλα γι' αυτό τη σκότωσαν. Άλλος κάτι άκουσε, άλλος κάτι είδε, όταν ρωτούσαν δεν ήξεραν τίποτα, οι καιροί ήταν πονηροί, οργίαζαν κάτι οργανώσεις παντοδύναμες, τον μπελά σου γύρευες;
   Κι ύστερα, χάθηκε ο κόσμος; μια Σταυρούλα -΄πάει λησμονήθηκε κιόλας.
   Μια Σταυρούλα. Ένα ζουδάκι.
 Αύγουστος 1962

Όμηρος Πέλλας (1921-1962). Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Γιαννόπουλου από την Τριφυλία (Καημένη Γυναίκα)  με μικρή αλλά πολύ έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Πέρασε το βραχύτατο βίο του στα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως τα ελληνικά ξερονήσια της εξορίας και το κρεβάτι του πόνου με τον καρκίνο. Έγραψε δυο μόνο βιβλία: το Σταλαγκ VI C το χρονικό της ομηρίας και μια συλλογή διηγημάτων με 7 μόνο διηγήματα που θεωρούνται από πολλούς ότι επηρέασαν σημαντικά την μεταπολεμική μας πεζογραφία της μικρής φόρμας

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΠΕΛΛΑ ...

Μνήμη


          Πάνω από τα Βοδενά*
          περνάει ο δρόμος της Σωτήρας*.
          Ήσυχοι λόφοι, άγριο φαράγγι πιο ψηλά
          το καστανό χώμα της κερασιάς είναι νιόσκαφτο
          εδώ η χλόη του σταριού εκεί χορεύει
          ανθισμένη η δαμασκηνιά, γελάδια πάλι στην πλαγιά
         κατά το Πάικο μια φοράδα ασέλωτη βιτσίζει τον αέρα...
                      — Οδυσσέα!..
  
* Βοδενά: παλαιότερη ονομασία της Έδεσσας.
* Σωτήρα: Χωριό στην Πέλλα που πρωτοδιορίστηκε δάσκαλος ο Οδυσσέας

 Είναι ένα ποίημα  του Μάρκου Μέσκου, μια ωδή στον αδελφικό του φίλο Όμηρο Πέλλα κλικ ΕΔΩ και ΕΔΩ (κατά κόσμον Οδυσσέα Γιαννόπουλο) που συμπεριλαμβάνεται στα "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄Λυκείου. Όμως οι κ.κ. Επιμελητές  για το θέμα δεν έχουν πάρει μυρουδιά, αδικαιολόγητη άγνοια. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από τα σχόλια-ερωτήσεις που υπάρχουν στο τέλος του ποιήματος. (1).   Να με συμπαθάτε που μπαίνω σε ξένα χωράφια αλλά είμαι σίγουρος ότι οι οι κ.κ. ειδήμονες κατευθύνουν τους μαθητές και τους καθηγητές τους να ψάχνουν τον Οδυσσέα...στο νησί της Κίρκης. Γιατί τέτοια προχειρότητα; Είναι προσβολή, είναι βεβήλωση της ΜΝΗΜΗΣ ΤΙΜΗΜΕΝΩΝ ΑΝΔΡΩΝ!!!

(1) [Το σχόλιο στο βιβλίο] Το ποίημα χωρίζεται σε δύο ενότητες:
α) Η πρώτη ενότητα περιγράφει ένα συγκεκριμένο τοπίο. Ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; β)  Η δεύτερη ενότητα περιέχει μόνο ένα στίχο με μια μόνο λέξη-φωνή: Οδυσσέα! Να εξετάσετε όλες τις πιθανές εκδοχές για το πρόσωπο που την εκφέρει και τις σημασίες που μπορεί να πάρει, σε συνάρτηση με την προηγούμενη περιγραφή και με τον τίτλο του ποιήματος. γ) Η ασάφεια του στίχου αυτού ενισχύει ή αποδυναμώνει την ένταση του ποιήματος; Προσπαθήστε να εξηγήσετε την άποψή σας.

  Επειδή δε τα διηγήματα του Όμηρου Πέλλα έχουν περίοπτη θέση στην ελληνική λογοτεχνία διαβάστε πάλι την ανεπανάληπτη "ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ" κλικ ΕΔΩ

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

[ΤΟ ΞΑΝΑΔΗΜΟΣΙΈΥΩ -1Η ΦΟΡΆ ΤΟ 14- ΚΑΘΌΤΙ ΘΕΩΡΏ  ΌΤΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΕΝΙΑΣ!!!]


Διήγημα του ΟΜΗΡΟΥ ΠΈΛΛΑ*
Πηγή: navarino-s.blogspot.gr/

   Ξαφνικά ακούστηκε ένας κρότος που πλησίαζε -τρίζαν τα ξερά φύλλα- κι' ένα αγκομαχητό, ξεμύτισε μια χελώνα, πίσω ο αρσενικός που την είχε πάρει από κοντά λαχανιάζοντας και κλαψουνώντας. Σταμάτησαν μια στιγμή μπροστά μας, παίξαν τα ματάκια τους αμφίβολα. Εκείνου του είχε βγει η γλώσσα το στόμα ανοιχτό, έδειχνε αποκαμωμένος, όμως ξεκίνησε αμέσως όταν ξεκίνησε εκείνη και ξανάρχισε το λαχάνιασμα και τ' αγκομαχητό.
   Μπροστά μας προς τα κάτω ήταν ένα αλωνάκι μικρό, όχτος από το πάνω μέρος, γκρεμός στο κάτω χείλος μέχρι κάτω τις "Σπηλιές", κάποτε οι καβουρνιάρηδες είχανε στήσει εδώ καμίνι. Εμποδισμένα από εμάς τα δυο ζωντανά ροβόλησαν στον καμινότοπο και πήραν την όχτη-΄οχτη και έφτασαν στην άκρη. Την έξοδο την έφραζε ένα κουτσουράκι, κάτω έχασκε ο γκρεμνός, έκανε η μπροστινή να στρίψει πίσω, της έφραξε το δρόμο το σερνικό, τη στένεψε, σταμάτησ' εκείνη και την ανέβηκε! Η σβησμένη του αναπνοή γίνηκε πιο κοφτή, οι κινήσεις του γίνηκαν γρήγορες, σε μια στιγμή -εμείς κρατούσαμε, θυμάμαι, την αναπνοή- έγινε πιο βίαιος, σαν τάνυσμα, ξαφνικά το ξύλο όπου στηριζόταν η θηλυκιά υποχώρησε και τα δυο ζούδια χάθηκαν στον γκρεμνό.
   Την ίδια στιγμή ένα "άααα" ακούστηκε αριστερά μας, κι' ένα κορίτσι τινάχτηκε πίσω από τις λούζες, πέρασε τ' αλώνι και έφτασε στο μέρος που πέσαν τα ζωντανούλια, έσκυψε και κοίταζε τον γκρεμνό - ακουγόταν ο θόρυβος που 'καναν τα καύκαλα κατρακυλώντας.
   Φαίνεται πως κινηθήκαμε και μας άκουσε γιατί γύρισε το κεφάλι, περιδιάβασε το μάτι ερευνητικά και φοβισμένα και ύστερα το σταμάτησε πάνω μας. Καρφώθηκε λίγο, περπάτησε από τον ένα στον άλλο σαν γεράκι, σαν φίδι, έτσι ερωτηματικό σαν αρπακτικό και πάντα τρομαγμένο σαν ζούδι του λόγγου, σηκώθηκε απότομα και χάθηκε στον ανήφορο, πίσω από τις ασφάκες.
   Την ξέραμε, ήταν η Σταυρούλα του Κατσίρου. Την είχα προλάβει και εγώ στο σχολείο.  Ερχόταν μέχρι την τρίτη τάξη, δεν ήταν κακή μαθήτρια, στην Αριθμητική μάλιστα ήταν πολύ καλή, στην ομιλία δυσκολευόταν, άλλωστε δεν πολυμιλούσε. Μόνο που ήταν πάντα αχτένιστη, φορούσε πάντα το ίδιο φουστάνι, φαίνεται δεν το 'βγανε ούτε στον ύπνο της, τα μάτια σκιαγμένα, σα να ήταν σε ξένο τόπο, σαν ζούδι που το 'φεραν από το λόγγο και βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σ' ανθρώπους. Ήταν πολύ φτωχιά. Ο πατέρας της είχε κάτι λίγα χωραφάκια μα πιο πολύ ζούσαν από τα γίδια.
   Όταν πήγαινε στην τρίτη τάξη, πέθανε η μάνα της, ο πατέρας της την κράτησε στο σπίτι να κάνει τη νοικοκυρά. Μια φορά μόνο την είχα δει στο πανηγύρι. Είχε πιάσει μια γωνιά ενός σπιτιού κι από κει έβγανε το κεφάλι και κοίταε το χορό στ' αλώνι. Ίσαμε που  νύχτωσε κι' έφυγε πάλι για το ξώσπιτο.
................................................................................................................................................................
    Πήραμε τον κατήφορο για το γυρισμό, έπρεπε να βιαστούμε να μη νυχτώσουμε, κόντευε να βασελέψει ο ήλιος - γυάλιζε χρυσό, θαμπωτικά λαμπρό το Ιόνιο, δυτικά.
   Όταν περάσαμε κοντά στη Σμουρτίτσα, η Σταυρούλα ήταν ανεβασμένη σ' ένα κλαδί φυτρωμένο οριζόντια σ΄ ένα βράχο και τραγουδούσε.
   Ήταν τόσο  συνεπαρμένη από το τραγούδι που ούτε μας πήρε είδηση. Κάπου-κάπου σταματούσε κι άκουγε τον αντίλαλο της ρεματιάς - έλεγε ένα τραγούδι μονότονο, μακρόσυρτο, θλιβερό, όλο μοναξιά και παράπονο. Δεν ήταν καθόλου άγρια. Το πρόσωπο της -πάντα αχτένιστα τα μαλλιά κι ανακατωμένα- είχε ένα φως, ήταν ήρεμο, σχεδόν χαρούμενο. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν,  η Σταυρούλα κι η φωνή της.
   Τραβήξαμε βιαστικά, σουρουπώματα ήμασταν στο χωριό. Όλο το δρόμο, κι  αργότερα όταν μεγάλωσα και έφυγα από το χωριό, με βασάνιζε τούτη η εικόνα: Ένας ολομόναχος, έρημος άνθρωπος, ένα κορίτσι ολομόναχο που τραγουδάει σ' ένα άγριo μέρος, δαρμένο από τους αέρηδες το χειμώνα και τον ήλιο και το καλοκαίρι. Πως να γεμίσεις μέρες ολόκληρες, με τη φωνή σου μονάχα, μήνες, χρόνια; Γιατί η καημένη η Σταυρούλα πέρασε χρόνια έτσι, μέχρι που ήρθε ξαφνικά το τέλος, πιο σκληρό από τη ζωή της.
   Στα 1945, τον Απρίλη -είχε περάσει πια η Κατοχή- τη βρήκανε σκοτωμένη σ' ένα τσαγδούρι, λίγο παρακάτω από τη Σμουρτίτσα. Τα χέρια της δεμένα σ' ένα κλαρί, τα πόδια τσακισμένα, τα ρούχα ξεσχισμένα, το κεφάλι λιωμένο, με μια μεγάλη πέτρα που βρέθηκε πλάι, με κομμάτια μυαλό και αίματα. Την είχαν βιάσει -θα πρέπει να 'τανε τουλάχιστον δύο, ήταν πολύ γεροδεμένη. Θα 'χανε παλέψει πολύ, τα κοντόκλαδα γύρω ήταν αλωνισμένα, και το χώμα κάτω από το κορμί της σκαμμένο. Τα χείλη της ήταν καταματωμένα, τα 'χε κόψει με τα δόντια.
   Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος ή ποιοι τη σκότωσαν, τουλάχιστον δεν πιάστηκε κανείς.  Μίλησαν για έναν βουβό  κι' άλλον ένα που έφυγαν τότε κοντά για την πόλη και δεν ξανάρθα. ν στο χωριό -τους είχαν, είπανε, δει εκεί γύρω εκείνη τη μέρα. Επειδή ήταν από το χωριό και τους  γνώρισε η Σταυρούλα γι' αυτό τη σκότωσαν. Άλλος κάτι άκουσε, άλλος κάτι είδε, όταν ρωτούσαν δεν ήξεραν τίποτα, οι καιροί ήταν πονηροί, οργίαζαν κάτι οργανώσεις παντοδύναμες, τον μπελά σου γύρευες;
   Κι ύστερα, χάθηκε ο κόσμος; μια Σταυρούλα -΄πάει λησμονήθηκε κιόλας.
   Μια Σταυρούλα. Ένα ζουδάκι.
 Αύγουστος 1962

Όμηρος Πέλλας (1921-1962). Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Γιαννόπουλου από την Τριφυλία (Καημένη Γυναίκα)  με μικρή αλλά πολύ έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Πέρασε το βραχύτατο βίο του στα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως τα ελληνικά ξερονήσια της εξορίας και το κρεβάτι του πόνου με τον καρκίνο. Έγραψε δυο μόνο βιβλία: το Σταλαγκ VI C το χρονικό της ομηρίας και μια συλλογή διηγημάτων με 7 μόνο διηγήματα που θεωρούνται από πολλούς ότι επηρέασαν σημαντικά την μεταπολεμική μας πεζογραφία της μικρής φόρμας

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ



                                                              Όθωνα Καγιάφα Λαογράφος Συγγραφέα
                                                                        ΤΡΙΦΥΛΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ

[…Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ανθρώπους «κατηφείς» λένε 
πολλοί και η κατήφεια είναι μεταδοτική. Το πηγαίο, το λυτρωτικό
 γέλιο σπανίζει και τη θέση του παίρνει το πικρό υπομειδίαμα.
 Είμαστε δεμένοι μπροστά στη φτώχεια, στην ανέχεια, 
στους Γερμανοϊταλούς, που πατούσαν τη γη μας και άρπαζαν το βιός μας.
 Όλους τους Έλληνες τους πατούσαν σαν το σκουλήκι. 
Για μικρούς και μεγάλους η ίδια μοίρα σ’ αυτή τη μακρινή
μαύρη νύχτα, της κατοχής!...]

    Σκληρή μητριά η Φύση –παίζει με τα πλάσματά της– τον προίκισε πλούσια με όλα της τα σπάνια ψυχικά και πνευματικά δώρα, τον σφράγισε με την πιο φωτεινή σφραγίδα της μεγαλοφυΐας, για να τον συντρίψει αδιάφορη στην πρώτη άνθιση των εκπληκτικών του ταλέντων, αφού πρώτα του ΄δωσε μια σύντομη ζωή βασανισμένη, μαρτυρική, γεμάτη κατατρεγμούς, εξορίες, ξενιτιά και ομηρία. Όμως απ΄ την άλλη τον προίκισε με βαθιά, ολύμπια ψυχική γαλήνη και καρτερία, ώστε να γίνονται ευλογημένα τα βάσανά του. Και το κέρδος του: δε ζει εκείνος που φτάνει σε μεγάλη ηλικία, αλλά αυτός που ζει έντονα. Η Πατρίδα μας αισθάνεται ακόμα ορφανή – πότε άραγε μπορεί να γεννηθεί πάλι ένα τέτοιο πνεύμα; 
     Έρχομαι σε αμηχανία όταν πρόκειται να περιγράψω τη δουλειά ενός άλλου. Ευρίσκομαι ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. Αναζητώ τη συγκίνηση μέσα απ’ το όνειρο. Πρέπει να βρω τρόπο να διοχετεύσω τη συγκίνηση σε πρακτικό επίπεδο. Εξ αυτού νιώθω δέος μπροστά σ’ έναν αληθινό καλλιτέχνη, σ’ εκείνον που με επιμέλεια επεξεργάζεται την εργασία του, που δεν διστάζει να μετουσιώνεται διαρκώς μέσα απ’ αυτήν. Νιώθω απέραντη ικανοποίηση κοιτάζοντας πίσω του τα ίχνη, που τον έφεραν ως εδώ. 
   Ζωγράφος και γλύπτης, εκπαιδευτικός και απαράμιλλος λογοτέχνης, στοχαστικός και ενθουσιώδης, πολύγλωσσος και πολυκάτεχος. Κάθε δοκίμιο – μελέτημά του αποτελούσε πηγή, με το μεστό έμπλεο σοφίας λόγο του. Δεν πρόφτασε να μας δώσει παρά ένα μικρό αντίδωρο από το θησαυρό της ψυχής και του πνεύματός του. Αθάνατο όμως δώρο. Γιατί είναι ένα αληθινό παγκόσμιο αριστούργημα το «STALAG IV–C», το ημερολόγιο της ομηρίας του. Μια κατάθεση μαρτυρία, ενός ανθρώπου που τον γνώρισα στα μαθητικά του χρόνια στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. 
   Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος ευαίσθητος δείκτης της συνείδησής του γίνεται ο άγρυπνος φρουρός των ανθρωπίνων αισθημάτων. Σε στιγμές λυρισμού γίνεται εξομολογητικός, δομημένος με λέξεις – βότσαλα, ξεπλυμένα με δάκρυα καρδιάς. Με επιγραμματικές αδρές λέξεις ο Οδυσσέας σκίζει το πέπλο της ομηρίας του, για να μας αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο, τη βαρβαρότητα που διακατέχει τον τύραννο 33 κατακτητή του Β' παγκοσμίου πολέμου. Εκεί στα στρατόπεδα του Μπέλσεν–Νταχάου της Γερμανίας, καθώς τα γεγονότα του πολέμου δεν δρομολογούνται αλλά διαμορφώνονται, όταν βρέθηκε ο ίδιος σε κατάσταση ομηρίας. 
     Ο συγγραφέας με γλαφυρότητα - πειστικός - μας μεταφέρει τις εμπειρίες του από τη ζωή του στρατοπέδου που βίωσε. Σεμνός και μετριόφρων, εξιστορεί τα γεγονότα μοιρασμένα ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Εμπειρίες ίσες, ορισμένες πιο ίσες από τις άλλες. Η πείνα, η εξαθλίωση, ο αμείλικτος «προστάτης» των ανθρώπων του Μπέλσεν. Ανθρώπινα σκέλεθρα–φαντάσματα. Η φωνή των «καταπιεσμένων» πνίγεται από τους βάναυσους επιτηρητές των στρατοπέδων της βίας. 
   «Ιδαλγός» με εντελέχεια ο «Όμηρος Πέλλας», ψευδώνυμο αποκτηθέν στην ομηρία προσπαθεί να κρατηθεί «άνθρωπος» μέσα από συν- θήκες που δε συνάδουν με τον ανθρωπισμό και ο μονόδρομος είναι το τέρμα χωρίς επιστροφή. Όσες αντιστάσεις και να έχεις ως θεατής, παραδίδεσαι. Η αδικία τον θυμώνει, την ανάσα την έχει συνηθίσει. Για την αβάσταχτη ελαφρότητα, η «γεύση» του στρατοπέδου είναι κάτι παραπάνω από μια των πέντε αισθήσεων για τον εξαθλιωμένο σωματικά Οδυσσέα. Έχει συνειδητοποιήσει, ότι το τέλος της πίστης και της ελπίδας δεν είναι ο τελικός δρόμος, σκοπός. Το κουράγιο, η θρασύτητα, η εξέγερση είναι ουσιώδη στοιχεία αντίδρασης. Ξεσηκώ- νει τη στοχαστική οκνηρία, την έκσταση και τον ύπνο. Προετοιμάζει πυρετωδώς την εξέγερση το «ταχύ βήμα, το χαστούκι, τη γροθιά». Δεν υπάρχει άλλη ομορφιά έξω από τον αγώνα. 
     Όλες οι πνευματικές φυσιογνωμίες του κόσμου το μόνο που θέλουν   να διαλαλήσουν είναι οι δρόμοι του ηθικού μεγαλείου και το ύψος του σωστού ανθρώπου. 
    Μας πρόσφερε το ημερολόγιο της ομηρίας του «Στάλαγκ» ανασηκώνοντας το πέπλο του μυστηρίου, εκθέτοντας τις τρομερές κακουχίες και τη στέρηση κάθε ελευθερίας, εμπειρίες που καλύπτουν το χρόνο σ’ ένα θετικό αποτέλεσμα, κεντρίζοντας τον αποτροπιασμό του μεταπολεμικού ελεύθερου κόσμου. Ο αναγνώστης βιώνει τις αποτρόπαιες συνθήκες «ζωντανά» και γίνεται καθοριστικό κομμάτι του χρόνου. 
   Παιδαγωγός και προικισμένος με υψηλό πνευματικό ανάστημα ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος, με μια πολυδύναμη αποφασιστικότητά ως άνθρωπος των γραμμάτων. Ο αλγεβρικός βίος του, ως άθροισμα πράξεων από τα δεινά για την επιβίωση –στέρηση ελευθερίας, εγγενών παραβατικές πράξεις– συνελήφθη και εστάλη στο Μπέλσεν. Οι κανόνες της ομηρίας σκληροί, απάνθρωποι. 
  Αποφεύγεις να λες ότι σκέφτεσαι. Και σκέφτεσαι πάντα ότι λες. Τα λόγια πολλές φορές απατούν, η συνείδηση όμως ποτέ. Η κριτική, ο διάλογος αντικαθίσταται από τη σιωπή…«νιώθω για σε Πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό». Τα μάτια δε βλέπουν καλά τον κατακτητή, παρά μέσα από τα δάκρυα. Η αφήγησή του με αιθέρια ελαφρότητα, το στρατόπεδο σε λεπτομέρεια, σαν όραμα φωτισμένο με ανάγλυφες παραστάσεις αναπαράγει εντυπώσεις και σε μεταφέρει στην πραγματικότητα. 
   Στο «γολγοθά» για την ομηρία η αφήγησή του ανάγλυφη: «έπιασα τα μάτια μιας νέας γυναίκας γιομάτα δάκρυα. Βάδιζε πλάι, έλεγε κάποιο όνομα, έσπρωχνε ο Γερμανός, ξανάβρισκες το ρυθμό σου κι όλο πύκνωνε ο κόσμος στα πεζοδρόμια μέχρι που φτάσαμε στη πλατεία, ήταν γεμάτη. Κάποιος πήρε να τραγουδάει: «Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα της άνοιξης καμάρι». Πως μεταδίδονται μερικά πράγματα! το πήραμε όλοι μαζί: 
«…τα λουλούδια, οι ζέφυροι, ο ήλιος, το φεγγάρι χάνουν την ομορφάδα τους στη σκλαβωμένη γη… Μια μέρα η πατρίδα μας ήταν λαμπερή, μεγάλη». «Τιμή σ’ εκείνους που στη ζωή τους όρισαν να φυλάνε Θερμοπύλες». Θα μας πει ο Καβάφης, κορυφαίος του είδους, μη αποκρύπτοντας πόσο βαθιά είναι επηρεασμένος από την ακένωτη δεξαμενή της ελληνικής γραμματολογίας. 

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΥΝΗΓΟΥΣ

Σε όλους αυτούς τους .....ξεφτιλισμένους και ειδικά στον κυνηγητικό σύλλογο Ζαχάρως  αφιερώνουμε εκτός από τον Βέγγο και ένα μικρό απόσπασμα από το καταπληκτικό ΣΤΑΛΑΓΚ VIK του Όμηρου Πέλλα (1)


(1) Το ΣΤΑΛΓΚ VIC είναι ίσως το καλύτερο μυθιστόρημα των μεταπολεμικών χρόνων.


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Οι Γιαννιτσάνοι και ο Όμηρος Πέλλας

        Στη "ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ", ένα από τα 7 καταπληκτικά διηγήματα του Όμηρου Πέλλα (Οδυσσέα Γιαννόπουλου), στον οποίο έχουμε αναφερθεί  πολλές φορές καταθέτοντας την απεριόριστη τιμή μας  υπάρχει το εξής απόσπασμα που έχει να κάνει με τους Γιαννιτσοχωρίτες,  Γιαννιτσάνους (1) όπως ακριβώς τους αναφέρει. Βεβαίως υποκλινόμαστε  για μια άλλη φορά στον πρώτο ίσως μεταπολεμικό διηγηματογράφο μας!!!
Το απόσπασμα:
.......Ήταν πολύ φτωχιά. Ο πατέρας της είχε κάτι λίγα χωραφάκια, πιο πολύ ζούσε από τα γίδια. Ο ίδιος ζούσε πάντα στο γρέκι, με τα γίδια. Κανείς δεν ήξερε πόσα είχε.
   - Άι χάσου από μπροστά μου. Άλλη δουλειά δεν έχεις, απαντούσε απότομα αν τον ρωτούσες πόσα γίδια έχει, το ΄χε γρουσουζιά.
 Ζούσε μαζί τους, κουβέντιαζε, τους έλεγε να μην πάνε στις ζημιές, στου Κόρδα (2) τους κήπους, θα μας κάμει μήνυση. Όταν πιάνονταν και πάλευαν τα τραγιά, έμπαινε ανάμεσα - Δεν ντρεπόσαστε, παλιοπράγματα να τσακωνόσαστε σάμπως να ΄σαστε Γιαννιτσάνοι - Οι Γιαννιτσάνοι τσακώνονται ολοένα..................



(1) Το όνομα "Γιαννιτσοχώρι" το πιο πιθανό να προέρχεται από το όνομα Γιαννίτσα, που ήταν μια οικογένεια από τη Ζούρτσα και είχε χωράφι με ελιές εκεί που τώρα είναι το κοινοτικό κτίριο και το σπίτι του. Στην κάτω μεριά προς το δρόμο υπήρχε μια πέτρινη μάντρα και στην άκρη το θρυλικό πηγάδι που το έλεγαν το πηγάδι του Γιαννίτσα (κλικ ΕΔΩ). 
(2) Λαμβάνοντας υπόψη ότι το χωριό του Οδυσσέα- ή Καημένη Γυναίκα_και τώρα Πρόδρομος - έχει Αρβανίτικες ρίζες από τα Σουλιμοχώρια, κι από δω συνάγεται η σχέση του επιθέτου Κόρδα με την Κορδόρουγα στη Ζαχάρω (κλικ ΕΔΩ)

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ ΣΤΑΛΑΓΚ VI -C ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΑΣ

                 Ο Οδυσσέας νεαρός δάσκαλος, που δεν είχε μπει ακόμη στα είκοσι,  σε μια πολύ ταραγμένη περιοχή, στα χωριά της Έδεσσας,  το ΄40-41  όπου τη βάναυση κατοχή των ναζιστών Γερμανών συμπλήρωσε η παρουσία και η  εθνικιστική  πολιτική  των Βουλγάρων φασιστών με την καθημερινή επεκτατική τους δράση (διώξεις με προσηλυτισμό στους κατοίκους) συνελήφθη από τον Βούλγαρο Κάλτσεφ και παραδόθηκε στους Γερμανούς. Έτσι μεταφέρθηκε στη Γερμανία, όπου κρατήθηκε όμηρος σε στρατόπεδα εργασίας του Χίτλερ μέχρι τον Απρίλη του ΄45 που απελευθερώθηκε  από καναδικά στρατεύματα. Έτσι στις 25-Αυγούστου του ΄45 αποβιβάζεται στην Αθήνα. Ο ίδιος λέει ότι ήταν δεν ήταν 27 οκάδες! 
Αυτή την κολασμένη  φρίκη της πολύχρονης ομηρίας του στην πιο τρυφερή ηλικία της νιότης περιγράφει στο πρώτο βιβλίο του το  ΣΤΑΛΑΓΚ που αποτελεί μια από τις δυο συναρπαστικότερες ελεγείες της αντιπολεμικής μας λογοτεχνίας. 
Η άλλη είναι το "ΜΑΤΧΑΟΥΖΕΝ" του Καμπανέλη. Το συνταρακτικό αυτό έργο, όταν εκδόθηκε το ΄62 έκανε τεράστια εντύπωση  σε όλους τους έλληνες, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης και θαυμασμού, οι δε κριτικές ήταν διθυραμβικές από όλους. Καλύτερα  να διαβάσετε μερικές στην παρακείμενη σελίδα από το σχετικό βιβλίο του Κυπαρισσιώτη δάσκαλου λογοτέχνη Στάθη Παρασκευόπουλου.

  Παρακάτω     ξανά     δημοσιεύουμε τη  
                 "ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ" 
     για   να   την διαβάσετε  πάλι  και πάλι, 
καθότι   αποτελεί   ένα  από  τα   καλύτερα
 διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.