«Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου»
(από τη Σταδιοδρομία)
KDM2Η Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1897 ή 1898 και πέθανε το 1977 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Λευκάδα, στον τόπο του πατέρα της. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Το 1922 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Στο διάβα μου» και το 1955 την συλλογή «Οι δρόμοι της ζωής». Το 1929 εκδόθηκαν διηγήματά της με τον τίτλο «Για λίγη αγάπη», για τα οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και ήταν η πρώτη Ελληνίδα που πήρε αυτό το βραβείο. Ακολούθησαν και άλλες συλλογές διηγημάτων και το 1938 τιμήθηκε από την Έκθεση Παιδικού Βιβλίου για το έργο της Ιστορίες για μεγάλα παιδιά. Εκτός από την ποίηση και την πεζογραφία ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση και δημοσίευσε άρθρα και ταξιδιωτικά κείμενα. Δραστηριοποιήθηκε στην Εθνική Αντίσταση ενταγμένη στο ΕΑΜ Λογοτεχνών, στο γυναικείο κίνημα και στο κίνημα ειρήνης.
«Ο Μεγάλος Ποταμός (πριν και μετά το 1940)» εκδόθηκε το 1952, κατ’ άλλους το 1955.
KDM1«Ο Μεγάλος Ποταμός, πότε γαλήνιος, σιωπηλός, αινιγματικός, πότε οργισμένος, ματωμένος, πορεύεται προς τη θάλασσα. Δέντρα ανθισμένα σκύβουν πάνω του, σύννεφα καθρεφτίζουν τις σκυθρωπές τους μορφές, ήλιοι ακοντίζουν σπάταλα τα διαμάντια τους, φεγγάρια ωχριάζουν τα μαραμένα τους όνειρα, άνθρωποι ξεδιψούν εκεί, μηχανές τρέφονται με τη δύναμή του, ερωτευμένοι ρεμβάζουν με τα τραγούδια του. Ο Μεγάλος Ποταμός πορεύεται προς τη θάλασσα. Να, ένα ανθοπέταλο στροβιλίζεται για λίγο και χάνεται, ένα μερμήγκι στη σχεδία ενός άχυρου ποντοπορεί, μια πεταλούδα ναρκισσεύεται κοιτώντας τη μικρογραφημένη άνθινη πολιτεία των φτερών της, και, να, πάλι ξερριζωμένοι κορμοί δέντρων λαχανιάζοντας στο ρεύμα του, τυμπανισμένα πτώματα μαχών, δοκοί καψαλισμένοι και σημαίες – βόγγοι και γέλια, θάνατος και ζωή. Κει μέσα ο ουρανός χαμογελάει στον εαυτό του. Όλα ραγίζονται εκεί μέσα, συντρίβονται, πιο κάτω ξαναφαίνονται – φεύγουν, αλλάζουν, χάνονται. Ο Μεγάλος Ποταμός, ήρεμος, βέβαιος, αδυσώπητος, πορεύεται προς την Αιώνια Θάλασσα, αλλάζοντας όλους τους θρήνους σ’ ένα τραγούδι – στο τραγούδι της κίνησης – στο ακατανίκητο, θριαμβευτικό Τραγούδι της Ζωής». [1]
Από αυτή τη συλλογή διάλεξα το διήγημα « Η χελιδονοφωλιά».
Ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων οι πρωταγωνιστές του, που μάχονται για τη ζωή τους, για το δικαίωμά τους στον έρωτα και την ευτυχία, για ό,τι αγαπούν. Δυο άνθρωποι που επέλεξαν να πορεύονται μαζί στη ζωή, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και τα εμπόδια με μόνα εφόδια την αγάπη τους και τη δουλειά τους. Απέναντί τους όμως ορθώνονται η σκληρότητα και η αναλγησία της οικογένειας της κοπέλας και ένα κράτος ψυχρό και άδικο εκφρασμένο στο πρόσωπο ενός χωροφύλακα και στις αδυσώπητες υπηρεσιακές αποφάσεις που έρχονται να συνθλίψουν τη ζωή και τα όνειρα των ηρώων…

Αξίζει να προσεχτούν η ψυχογραφική ικανότητα της συγγραφέως κυρίως στην απόδοση των συναισθημάτων και των αντιδράσεων της νεαρής κοπέλας και η διάθεση της ηρωίδας όχι απλά να εναντιωθεί στα οικογενειακά και κοινωνικά στερεότυπα για τη γυναίκα αλλά να αντισταθεί στην επιβολή τους, προβάλλοντας την εικόνα μιας γυναίκας μαχόμενης που αρνείται να αποδεχθεί τη μοίρα που της έχουν προετοιμάσει.
Απλό στο περιεχόμενό του και στην αφήγησή του, αλλά βαθιά ανθρώπινο εμπνευσμένο από την ίδια τη ζωή, προκαλεί έντονα συναισθήματα , αγγίζει την καρδιά και είναι γραμμένο σε ζωντανή και εκφραστική δημοτική γλώσσα.
Η χελιδονοφωλιά
Φασαρεμένη πάντα η μέρα με τις έγνοιες, τις δουλειές της, τους ανθρώπους. Κ’ η Βγενούλα έχανε τον εαυτό της. Εκείνον τον κρυφό εαυτό της που τόσο ήθελε να κουβεντιάζουνε μαζί. Έψαχνε, έψαχνε, μα όλο της ξέφευγε. Μονάχα όταν τα χέρια τα σκοτεινά της νύχτας φτιάχνανε γύρω της ένα στεφάνι, κι’ αυτή ζάρωνε στο στρώμα της σε μια κώχη του σπιτιού, μονάχα τότε τον ξανάβρισκε. Τότες, συγνεφάκια ανάλαφρα ταξίδευαν οι συλλογές της, κ’ η καρδιά της τόσο φουσκωμένη από αγάπη, αναγάλιαζε μυστικά, τριαντάφυλλο που αναδίνει ανοιχτό τους μόσκους του: Γιάννο μου!..Γιάννο μου…
Όμως με την αυγή του Θεού μια στενοχώρια την έπνιγε. Το ξαίρει. Πάλι θ’ αρχίσουν οι δικοί της, γονιοί κι αδέρφια, το τροπάρι της γκρίνιας: Τι όνειρο είδε απόψε; Άλλαξε γνώμη; Τι θα τον κάνει τον ξυπόλητο; Εκείνος ο άλλος που τη γύρευε είτανε γαμπρός. Καρτερεί την απάντηση.
Η κοπέλα είχε βαρεθεί πια να λέει τα δικά της και ν’ αντιμιλεί. Έπειτα κατάλαβε πως έτσι τους αγριεύει όλους περισσότερο. Γιαυτό τώρα ύστερα σαν άρχιζε η γκρίνια, αυτή βούλωνε το στόμα. Χαμήλωνε τα μάτια τα πλατιά, και σαραντακλείδωνε στο χωριάτικο μυαλό της τη θεμελιωμένη απόφαση: Το Γιάννο εγώ θα πάρω. Θα τον πάρω!