theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα navarino-s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα navarino-s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

ΙΠΠΟΚΛΕΙΔΗΣ* του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Προσθήκη λεζάντας
http://navarino-s.blogspot.com/2017/

         Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ' άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ' όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης. 
Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν  αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δος του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δος του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. 

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Ο Οβολός του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου

Ο Οβολός

http://navarino-s.blogspot.com
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.
-- Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.
-- Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.
-- Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.
Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.
-- Παρ' τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.
Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.
Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.
-- Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.
Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.
Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.
Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.
Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.
Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.
Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.
Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.
Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:
-- Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.
Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:
-- Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Ένας αλλιώτικος Βάρναλης !!!

navarino-s.blogspot.gr

             

KΩΣΤΑΣ  ΒΑΡΝΑΛΗΣ:  ΦΕΪΓ ΒΟΛΑΝ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ (Επιλογή χρονογραφημάτων που έγραψε στην εφημερίδα Πρωία κατά το διάστημα 1941-1944. Εκδόσεις Καστανιώτη).

                                         Οι δεκατρείς όνοι…

    Συνελήφθηκατά το «ανακοινωθέν», μία σπείρα από «ονοκλέπτας», όπως θα λέγανε οι αττικίζοντες, ή «γαϊδουροσύρτες» όπως θα ‘λεγε ο λαός. Κι αληθινά ο λαϊκός όρος είναι παραστατικότερος. Βλέπεις μπροστά σου όλη την εικόνα της κλεψιάς του γαϊδουριού! Γιατί, όταν κλέψει κανείς γαϊδούρι δεν το βάζει στην τσέπη του ή δεν το φορτώνεται στη ράχη του, παρά το λύνει πρώτα από το παλούκι ή το παχνί όπου είναι δεμένο και το σέρνει με το σκοινί σιγά και ήμερα από το χωράφι ή το σταύλο όσο το δυνατό μακρύτερα από τη σημείο της κλοπής, κ’ ύστερα μπορεί να το καβαλικέψει και να κόψει δρόμο. Αν το καβαλίκευε αμέσως πολύ πιθανό θ’ αγρίευε το ζωντανό και θ’ άρχιζε το κλωτσίδι και το γκάρισμα και θα σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.  Κ’ ύστερα, αντίς να τρέχει ο γάιδαρος, θα ‘τρεχε ο κλέφτης μ’ αδειανά τα χέρια. Ενώ, αν έχει τη γαϊδουρινή υπομονή να το σύρει παραέξω στην ερημιά, τότε μπορεί πια να το καβαλικέψει και να το οδηγήσει ή στο γαϊδουροπάζαρο ή στο σφαγείο! Εν πάση περιπτώσει, το υποζύγιο είναι το μόνο κλοπιμαίο που δεν το φορτώνεσαι, αλλά σε φορτώνεται και δεν το πας, αλλά σε πάει, που δε σε κουράζει, αλλά κουράζεται το ίδιο. Αν μάλιστα είναι καλοκαιριάτικη νύχτα με φεγγάρι, ο «ειδικός» (αλογοσύρτης, μουλαροσύρτης ή γαϊδουροσύρτης) κάνει έναν ρομαντικό περίπατο στο ύπαιθρο κάτου από ελιές και πεύκα και μέσα σε μαγικό όνειρο και σαν … πατώντας, με τα φτερά του τετράποδου, ήγουν με τα τέσσερα πέταλά του!
   Οι ομηρικοί βασιλιάδες ξέρανε τη γοητεία και τη λεβεντιά αυτής της ζωοκλοπής. Ο σοφός Νέστορας καυχιότανε στα γηρατειά του πως όταν ήτανε νέος σε μια νύχτα μέσα έκλεψε πενήντα μουλάρια από την Τριφυλία και τα «έσυρε» στην Πύλο!
   Οι γαϊδουροσύρτες της σπείρας είχανε ρημάξει τα χωριά της Αττικής. Δεν αφήσανε γάιδαρο για γάιδαρο. Αφού σε μια «παρτίδα» μέσα η Αγορανομία κατάσχεσε  50 ποδάρια! Σφάζανε τ’ αγαθά ζώα, τα γδέρνανε και πουλούσανε το κρέας και τον πατσά τους και τα πόδια τους για μοσχαρίσια.
    Οι δυστυχισμένοι οι γαϊδάροι δεν έχουν άλλο όπλο ν’ αμυνθούν παρά τα πόδια τους.  Αλλ’ αντίς να κλωτσάνε τους κλέφτες και να τους σπάζουνε τα μούτρα, τους βοηθάνε.  Γιατί τους τρέχανε απάνω στη ράχη τους τετραποδιστά και πηγαίνανε μοναχοί τους στο μακελειό. Ένα όμως πόδι βρέθηκε να τους κλωτσήσει … μετά θάνατον! Μέσα στον πατσά ενός μαγέρικου βρήκαν οι πελάτες ένα καρφί από πέταλο. Αυτό το καρφί «μαρτύρησε» την κλοπή και πιάστηκε η σπείρα. Ως τώρα πιαστήκανε δεκαεφτά και αναζητούνται κι άλλοι πεντέξι. Σπείρα μια φορά!
   Αλλά το «ανακοινωθέν» κάνει ένα φάλτσο στο λογαριασμό των γαϊδάρων. Τα πενήντα ποδάρια, λέει, ανήκανε σε δεκατρείς «τουλάχιστο» γαϊδάρους! Αλλά δια την μαθηματικήν ακρίβειαν, ανήκανε σε … δωδεκάμισι γαϊδάρους! Αν τους πούμε δεκατρείς, λείπουνε δυο πόδια, αν τους πούμε δώδεκα, περισσεύουν δυο! Φυσικά οι γαϊδουροσύρτες δεν σφάξανε μισόν γάιδαρο. Κι ούτε μοναχά δυο πόδια λείπουν. Το ευχάριστο είναι πως ο αριθμός «δεκατρία», που είναι για τους πολλούς αριθμός γρουσούζικος και για πολλούς μυστικοπαθείς αριθμός ιερός, υπάρχει κατά προσέγγιση μέσα στα πενήντα … ποδάρια διαιρεμένα δια του τέσσερα. Για τη σπείρα όμως στάθηκε αυτός ο κατά προσέγγιση αριθμός δεκατρία αριθμός γρουσούζικος. Και τώρα θα «τινάξουν κι αυτοί τα πέταλα» μεταφορικώς, όπως τα τινάξανε τα θύματά τους κυριολεκτικώς.
   Αλλά η απονιά των κλεφτών δεν είναι που σφάζανε τους γαϊδάρους, αλλά που τους σφάζανε απάνω στο άνθος της ηλικίας τους. Και μάλιστα όταν όπου να ‘ναι, έρχεται ο Μάης! Πως λοιπόν θα μας θυμίσουνε τους στίχους του Σουρή:
                         Και λίγεια μινύρεται τετράπους αηδών.

Χωρίς το λάλημά τους καλοκαίρι δεν γίνεται.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΤΕΣ

Νάτος ο φίλος μας ο Δημητράκης Κουκουλάς. με το έξοχο βιβλιαράκι του ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΤΕΣ έρχεται να μας θυμίσει πολλά από τη νιότη μας Και το παρακάτω κείμενο είναι δικό του. Ο υπότιτλος τα λέει όλα: Ένα γλυκόπικρο χρονικό της μεταπολιτευτικής ουτοπιας μας


Η γλαφυρή αναπαράσταση μιας εποχής και όλου αυτού του πολύχρωμου γαλαξία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που ορμητικά ενέσκηψε αμέσως με την πτώση της χούντας. Επέπεσε σαν πύρινη λαίλαπα στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Πυρπόλησε όνειρα νέων ανθρώπων και πυροδότησε όλες τις απεργίες των μεγάλων εργοστασίων. Συγκλόνισε τους δρόμους της Αθήνας με τα ακραία συνθήματα της. Χωρίς να αποκτήσει ποτέ και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αν και θα μπορούσε. Είτε γιατί δεν το επιδίωξε, είτε γιατί έμεινε πιστή στην βασική αρχή του αριστερισμού: την πολυδιάσπαση! Όπως πιστή έμεινε και στο κεντρικό σύνθημα του σχετικά πρόσφατου – ίσως και επίκαιρου για τα ελληνικά πράγματα- γαλλικού Μάη: «Γίνετε ρεαλιστές διεκδικήστε το αδύνατο!» Αν και καταγράφονται πρόσωπα, οργανώσεις –μέχρι και εφήμερες no name ομάδες που έψαχναν στίγμα και στέγη- καταστάσεις και γεγονότα, δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού δοκιμίου. Γιατί απλούστατα πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής που με μια ανατρεπτική για τέτοια πράγματα γραφή, εστιάζει σε ανθρώπινους χαρακτήρες και συμπεριφορές, στη εναλλαγή του ευτράπελου με το διακηρυγμένο. Του γέλιου με τη συγκίνηση. Καθώς και στην έμφαση των παράπλευρων … ωφελειών αυτής της διαδρομής. Όπως οι ζεστές και αγαπησιάρικες παρέες, οι εκδρομές, τα γλέντια, το τραγούδι, το σινεμά, το θέατρο και τα βιβλία.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Ο Νικόλας και ο Θανάσης: Μια απίστευτη ιστορία της Λαϊκής!!!

       Πάντα -συνταξιούχος γαρ- ψωνίζω ψάρια από τη Λαϊκή. Η υψηλή ποιότητα και η χαμηλή τιμή τους σε συνδυαμό με την αδυναμία μου σε αυτά, συνιστούν ένα διαρκές δέλεαρ. Και με δεδομένη τη φρεσκάδα τους: «το νοστιμότερο ψάρι είναι το φρέσκο ακόμη και το πιο ταπεινό» λέγαμε από παλιά, ψωνίζω και μεγάλες ποσότητες. Αφού οι τιμές τους είναι τόσο χαμηλές που ντρέπομαι να τις αναφέρω.
Πριν από κάποιο καιρό προτιμούσα δυο πάγκους: αυτόν του Θανάση που χώλαινε από το ένα του πόδι και ηλικιακά πλησίαζε στη σύνταξη ή αυτόν του Νικόλα, ενός σαραντάχρονου άντρα πολύ φωνακλά. Μόνο που βρισκόντουσαν δίπλα-δίπλα και όλη την ώρα τσακώνονταν άγρια. Κάποια στιγμή ο νεώτερος μετακόμισε πιο κάτω. Την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκα στη νέα του θέση του έκανα με τρόπο και μια παρατήρηση πως δεν είναι σωστό να χρησιμοποιεί τέτοιο λεξιλόγιο για έναν ηλικιωμένο συνάδελφο του. Τότε ο Νικόλας έσκυψε και με ύφος αμετανόητου μου είπε: « Ο κουτσαύλας είναι καριόλης. Μένουμε στην ίδια γειτονιά και τον ξέρω». Και με στυλ φιλοσοφίας του καφενείου, συμπλήρωσε: «Ξέρει ο Θεός σε ποιους ρίχνει  τα κουσούρια!».
Πέρασε ένα διάτημα, ο Θανάσης βγήκε στη σύνταξη και μου έμεινε μόνο ο Νικόλας. Κάποια Τετάρτη όμως δεν φάνηκε και τον πάγκο κρατούσε ο βοηθός του. «Το αφεντικό είναι στο μαιευτήριο. Γεννάει η γυναίκα του» μου είπε.
Όταν ξαναεμφανίστηκε φαινόταν κατηφής και δεν διαλαλούσε όπως άλλοτε το εμπόρευμα του.
---Είχατε γεννητούρια Νικόλα έμαθα, αγοράκι ή κοριτσάκι;
---Αγοράκι αλλά τι τα θες; Έχει το σύνδρομο Down!
Ψιθύρισα σοκαρισμένος «να σας ζήσει» χωρίς να πάρω απάντηση.
Ήρθε ακόμη 2-3 φορές. Πάντα κατηφής. Και μετά χάθηκε!
ΠΗΓΗ:navarino-s.blogspot.gr/

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Καρατζαφέρης: Ένα "θρησκευόμενο υπερπατριωτικό" Γουρούνι!!!


Σεμνός και ταπεινός έμπλεος κατανύξεως προέταξε  τα μπολντιμπιντοστήθια του για τη σωτηρία της φιλτάτης πατρίδος!!! Και όποιος αναγνωρίσει τον παρακείμενο σεβάσμιο και επίσης  οφσορίστα ηγούμενο κερδίζει από το ιστολόγιο μας τη δωρεάν ανάγνωση του. Όσο για εκείνα τα μόμολα: Άδωνι αι Πλεύρη και επειδή ο Αρχηγός ήταν μοναχοφάης, πστεύω ότι τα είχε παραμυθιάσει τα κακόμοιρα να πιέζουν με επερωτήεις τη Βουλή για την αγορά των σούπερ-πούμα προς καλό της πατρίδος. Θα το πληρώσουν όμως στο τέλος πολύ ακριβά. Όπως εκείνα τα δυο κοτόπουλα που θυμάμαι μικρός στο χωριό: Είχα σχολάσει, που λέτε, από το γυμνάσιο οι μεγάλοι έλειπαν στη δουλειά και πήγα με τον τενεκέ στο κουμάσι* το φαί του γουρουνιού. Το έριξα στον κορίτο** όπου και όρμησε πεινασμένο και λαίμαργο το οικόσιτο μας. Δυο μικρά κοτοπουλάκια έτρεξαν να τσιμπήσουν και αυτά κάτι, αλλά μόλις πλησίασαν τον κορίτο ο μοναχοφάης χοίρος τα έκανε μια χαψιά! 
Και χριστιανός να μην είσαι,  μελαγχολείς όταν σκεφτείς ότι πριν λίγες μέρες, την 1η Νοέμβρη συγκεκριμένα, γιόρταζε η εκκλησία μας τη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των αποκαλούμενων και Αν-αργύρων. Δυο αδελφών γιατρών που γύριζαν και γιάτρευαν τον κόσμο χωρίς να παίρνουν άργυρο δηλαδή λεφτά. Και δεν αποκλείεται το γουρούνι να πήγε στους Αγίους Αναργύρους που είχανε πανηγύρι και κόσμο (Β' Αθήνας γαρ) φορώντας φυσικά τη γνωστή μάσκα του θρησκευόμενου!!!

________________
*    το σπιτάκι του γουρουνιού
**  το στενόμακρο και ξέβαθο ξύλινο σκεύος του φαγητού του

Σημείωση: Εννοείται ότι ζητάω συγνώμη από το συμπαθές τετράποδο για τη λεκτική κακομεταχείριση του. Είναι απείρως πιο έντιμο.
Πηγή:navarino-s