theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ [ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΣΙΜΗΔΗ]

 


       Είμαι κατασυγκινημένη με τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή...Αναζήτησα και μοιράζομαι μαζί σας κάποιες πληροφορίες για έναν απ' αυτούς, τον Γιάννη Αλεξόπουλο:
Στοιχείο 1  
Η πληροφορία απ' τον Ριζοσπάστη για μία σύλληψή του την Πρωτομαγιά του 1925:  "απ’ τον Ριζοσπάστη της 4/5/1925, 
«Απελύθησαν χθες κατόπιν διαταγής του εισαγγελέως οι σύντροφοί μας Κωνσταντινίδης, Νεοσός και Αλεξόπουλος…»

Στοιχείο2
Σελίδες απ' το κατοχικό Ημερολόγιο του δικηγόρου Γ. Κωνσταντινίδη (5/2 - 
5 του Φλεβάρη: Πηγαίνω στην οδό Μέρλιν 6 για να επιδώσω ένα υπόμνημα για τον κρατούμενο Ι.Αλεξόπουλο[1]. Εκεί ένα σωρό γυναίκες και μερικοί άντρες συνωθούνται γύρω στον υπαξιωματικό, που δηλώνει κατηγορηματικά προς όλους ότι η υπηρεσία του δεν παρέχει σε κανέναν καμιά πληροφορία για κρατουμένους.
Οι γυναίκες παρακαλούνε, ικετεύουν, κλαίνε, ο υπαξιωματικός όμως είναι ανένδοτος, κι επιφανειακά τουλάχιστον ασυγκίνητος. Η άγνοια της Ελληνικής τον διευκολύνει στο να ξεφορτώνεται όλους με την ίδια απάντησι:
- Nichts – Nichts. Keine Auskunft[2]
Και δείχνει στους μαζεμένους την έξοδο.
     Οι Γερμανοί αισθάνονται εξαιρετική νευρικότητα να βλέπουν πολίτες συναθροισμένους και μάλιστα μέσα ή κοντά στις υπηρεσίες τους….
…Μόλις πάτησα στην είσοδο, ο υπαξιωματικός με προσέχει και προχωρεί κοντά μου. Του μιλώ για την ιδιότητά μου σα δικηγόρου στα γερμανικά στρατοδικεία και για το σκοπό της επίσκεψής μου. Του παριστάνω πως με τα προσαγόμενα έγγραφα ερχόμαστε αρωγοί της υπηρεσίας του για ν’ αποκαλυφθή η αλήθεια στην υπόθεσΗ ενός κρατουμένου και δέχεται να πάρει το υπόμνημά μου.
Θέλω να φύγω αλλ’ ο κόσμος έρχεται τώρα γύρω μου και θέλει να επικοινωνήσει με τον υπαξιωματικό μέσω εμού.
- Αχ σεις που μιλάτε γερμανικά, παρακαλεί κλαίγοντας μια νεαρή κοπελίτσα, ρωτήστε για τον αδελφό μου.
          - Βοηθήστε μας προσθέτει από δίπλα μια γριούλα με κομμένη φωνή.
Ο δικηγόρος Πέτρου θέλει κι αυτός μια πληροφορία για κάποιον κρατούμενο υμπατριώτη του.
 Δεν είναι καθόλου ευχάριστο πράμα να σε θεωρούν για ισχυρό όταν είσαι τόσο αδύνατος. Γιατί εδώ στα SS δεν ισχύει τίποτα: ούτε η γλώσσα του γερμανομαθούς, ούτε η ιδιότητα του δικηγόρου, ούτε το κλάμα της μάνας, ούτε η ικεσία της συζύγου. Δε δίνουν καμιά πληροφορία για τους κρατουμένους, ούτε γιατί κρατούνται, ούτε καν αν κρατούνται απ’ τα SS. Εδώ μέσα κυριαρχεί ο θάνατος του κατακτημένου λαού, του λαού που όσο περήφανος κι ηρωικός κι αν υπήρξε κάποτε, και μένει ακόμα μέσα του, έχει ωστόσο σήμερα τα γόνατά του λυγισμένα στη γης και νοιώθει το πιστόλι του κατακτητή να του ψαύει τον κρόταφο.
7η Φλεβάρη 1944: Αρχή της καινούργιας βδομάδας. Ένα σωρό νέες υποθέσεις γερμανοκρατούμενων παρουσιάζονται στο γραφείο. Οι περισσότερες βρίσκονται στα SS που έχουν υποκαταστήσει σχεδόν όλες τις γερμανικές υπηρεσίες διώξεως του ελληνικού λαού. Ακόμα και τα στρατοδικεία έχουν μείνει χωρίς δουλειές. Τα SS έχουν απλουστεύσει την υπόθεσι: συλλαμβάνουν τους πολίτες και τους στέλνουν κατ’ ευθείαν στο Χαϊδάρι που έχει μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο προθάλαμο θανάτου. Από κει παίρνουν κάθε τόσο, έτσι στην τύχη, όσους κρίνουν ότι πρέπει να εκτελέσουν σε αντίποινα για τη διαγωγή του Ελληνικού λαού ή τον εκφοβισμό του. Αυτά γίνονται βάρβαρα και μυστικά. Ακόμη μετά την εκτέλεση δε δίνονται τα ονόματα των σκοτωμένων. Στέλνουν στο Νεκροτομείο τόσα πτώματα, ώστε οι συγγενείς των κρατουμένων να μην είναι[3] βέβαιοι ούτε αν ζουν ούτε αν σκοτώθηκαν οι δικοί τους. Υπάρχουν μανάδες που στέλνουν ακόμα τσιγάρα και χρήματα στους σκοτωμένους γιους τους κι άλλες που πενθοφορούν για τα παιδιά τους που ωστόσο ζουν ακόμα, αν η παραμονή στον προθάλαμο του θανάτου μπορεί να θεωρηθεί ακόμα ζωή.
18-2-1944: Πολύ πρωί βρίσκομαι στο Στρατοδικείο για πληροφορίες. Όλη η βδομάδα πέρασε χωρίς να μας δεχτούν. Σήμερα επί τέλους ο Inspektor Schöfer είναι στη θέσι του και για μας. Κάνουμε ουρά μπρος στο γραφείο του. Είναι εδώ οι μισοί σχεδόν των παρισταμένων συναδέλφων...
[1] Ο Αλεξόπουλος είναι ένας απ’ τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής.
[2] Γερμανικά στο κείμενο: Τίποτα – Τίποτα. Καμία πληροφορία.
[3] Η ελαφρώς ασύντακτη φράση «ώστε οι συγγενείς των κρατουμένων δεν είναι βέβαιοι» διορθώθηκε «ώστε οι συγγενείς των κρατουμένων να μην είναι βέβαιοι»

19-2-1944:

Πήγα στο Στρατηγείο για τον Αλεξόπουλο. Κι όμως ο ταγματάρχης δεν ξέρει τίποτε ακόμη. Του εκφράζω τον αποτροπιασμό μου για το σύστημα των ομήρων και τον τρόπο της εκτέλεσής τους. Φαίνεται καλός άνθρωπος, κι όμως είναι γιομάτος κακία και κουταμάρα. Άρχισε να μου μιλάει για την χρησιμότητα του μέτρου, για την ανάγκη της εξόντωσης του κομμουνισμού, για τους Εβραίους, κι ένα σωρό εθνικοσοσιαλιστικές ηλιθιότητες. Κρίμα στ’ άσπρα μαλλιά του.

21-2-1944:

Δεν κατόρθωσα ακόμα να μάθω κάτι βέβαιο για το Γιάννη Αλεξόπουλο. Αισθάνομαι κάποια ντροπή για την αδυναμία μου αυτή και προσπαθώ να βρώ διέξοδο. Αποφασίζω να αποτανθώ στην S.D., την ειδική ασφάλεια των SS στην οδό Μέρλιν 6. Παίρνω τη γυναίκα του αναζητουμένου, ένα λαϊκό τύπο μεγαλόσωμης γυναίκας, αποβλακωμένης κάπως απ’ το κλάμα και το δράμα της, και πηγαίνω στην οδό Μέρλιν. Εκθέτω στους δυο φρουρούς το τι θέλουμε να πληροφορηθούμε και τους παρακαλώ να μου επιτρέψουν την είσοδο στο Γραφείο που κρατάει τους καταλόγους των εκτελεσθέντων.
Οι φρουροί είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά και διαφορετικά αισθήματα και νοοτροπία. Άλλη φάτσα ο ένας, άλλη ο άλλος, άλλη στολή και γαλόνια ο ένας και άλλη ο άλλος. Και για να πω την αλήθεια δε θυμάμαι πια τίποτ’ απ’ αυτά που να μπορώ να το περιγράψω. Θυμάμαι μόνο ότι ο ένας έφερνε στερεώς(;) εμπόδια και κύτταζε να μας βγάλει από πάνω του, ενώ ο άλλος συγκινήθηκε κάπως και κύτταζε να μας διευκολύνει.
- Τα ονόματα των εκτελεσθέντων δημοσιεύονται στις εφημερίδες, μας λέγει αίφνης ο πρώτος.
- Δυστυχώς, του απαντώ, δε δημοσιεύονται πια.
- Ναι δε δημοσιεύονται τώρα, απαντά κι ο άλλος Γερμανός.
- Να κάνετε μια αίτησι, επιμένει πάλι ο πρώτος.
- Η απάντηση, του αντιλέγω, θ’ αργήσει νάρθει, ενώ στο μεταξύ οι συνέταιροι του ανδρός της κυρίας θέλουν να προβούν στη διανομή της εταιρικής περιουσίας. Πρέπει, λοιπόν, να μάθουμε, αν πραγματικά είναι νεκρός, για να ιδούμε τι θα κάνουμε.
Έθεσα το περιουσιακό ζήτημα, γιατί η τέλεσι των θρησκευτικών καθηκόντων της συζύγου ή των παιδιών απέναντι στον νεκρό, θάτανε πολύ κοινό πράγμα για τους ανθρώπους αυτούς, πούμαθαν να σέβονται και να λατρεύουν μόνο εκείνο που τρέμουν. Κι έτσι με τις «εταιρείες», τους «συνεταίρους», την «κοινή περιουσία» και τους «δικηγόρους», κατόρθωσα να κάμψω την επιμονή και του δεύτερου Γερμανού, και να τον κάμω να δεχτεί να μας αναγγείλει στο Γραφείο 7, το φερόμενο ως ληξιαρχείο της εκτελεστικής υπηρεσίας των SS.
Περίμενα λοιπόν στην είσοδο την επιστροφή του, ελπίζοντας επί τέλους στη διαλεύκανσι του αγωνιώδους ερωτήματος, όταν σε λίγο βλέπω το φρουρό να κατεβαίνει τις σκάλες συνοδεύοντας έναν κατώτερο αξιωματικό, που και μόνο το βλέμμα του και η ορμή με την οποία ερχόταν, ομολογώ με πάγωσαν.
Δεν προφταίνω να συνέλθω και τον ακούω να ρωτάει τον φρουρό:
- Ποιος είναι; Εκείνος εκεί ο μαύρος; (Σημειωτέον ότι ο Γιώργος Κωνσταντινίδης ήταν μάλλον ξανθός, καθώς είχε κάτασπρο δέρμα και πράσινα μάτια. Μόνο τα ξανθά του μαλλιά είχαν σκουρύνει με τα χρόνια). Στα μάτια της αρείας φυλής των Γερμανών, όλοι οι Έλληνες φαινόμαστε μαύροι, και σαν τέτοιους ακριβώς θέλουν να μας μεταχειρίζονται. Νοιώθω αμέσως ότι έχω να κάνω μ’ ένα βάρβαρο και συχαμερό υποκείμενο. Μπορεί κανείς να φανεί σε ωρισμένες περιστάσεις σκληρός, γιατί του το επιβάλλει το καθήκο του, χωρίς να παύσει νάναι καλός άνθρωπος ή απλώς άνθρωπος. Μα ένας που λυσσάει γιατί μια έρημη γυναίκα τον ρωτά αν ο άντρας της ζη ή πέθανε, δεν είναι τίποτ’ άλλο από χτήνος. Θεωρώ την προσπάθειά μας αποτυχημένη, κι ακούω το βαθμοφόρο χτήνος να ξεσπάει:
- Τι θέλετε, ρωτάει άγρια, ποιοι είσθε; Δεν δίνουμε εδώ καμιά πληροφορία. Parti, φύγετε… φύγετε…
- Μας συγχωρείτε, λέγω, δε θέλουμε τίποτα, απλώς η κυρία θέλει να μάθει αν ο άντρας της εξετελέσθη…
- Parti, parti βρυχάται ακόμα το βαθμοφόρο χτήνος, ενώ εγώ παίρνω την γυναίκα του Αλεξόπουλου απ’ το χέρι και την οδηγώ προς την εξώθυρα! Δε μπορώ να προσθέσω τίποτα. Είμαι σαν αποβλακωμένος. Απεναντίας η συνοδός μου έχει συνέλθει και μονολογεί:
- Καλέ τι ειν’ αυτοί!... Αυτοί δεν είναι άνθρωποι… Αυτοί είναι σκυλιά…

Δεν υπάρχουν σχόλια: