ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΤΣΙΡΙΔΗΣ
Από τη συλλογή διηγημάτων “ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΒΑΡΒΑΡΑ”
Ο δημόσιος υπάλληλος κι η Μπάρμπι
Α'
Τι δουλειά έχει ένας σοβαρός κύριος και κανονικότατος δημόσιος υπάλληλος με τα όλα του, σαρανταπεντάρης, με ένα τρελοκόριτσο δεκαεννιά χρονών που θα μπορούσε να είναι κόρη του; Ιδιαίτερα μάλιστα όταν -αν και ανύπαντρος- έχει μια πολύ προσεγμένη και μετρημένη ζωή ενώ εκείνη δεν ξέρει που κοιμήθηκε χτες και που θα κοιμάται αύριο; Κι όταν εκείνος δεν είναι κανένας τυπάς με τα πολλά λεφτά και την ομορφιά να τρέχουν από τα μπατζάκια του, αντίθετα έχει μια μέτρια εμφάνιση και μετρά το κάθε του έξοδο σημειώνοντάς το σε καρνέ, ενώ εκείνη έχει μια απολύτως φυσική κι απαστράπτουσα ομορφιά που τραβά τα αρσενικό βλέμματα και πορτοφόλια σαν μαγνήτης;
Ο καθένας θα μπορούσε να γελαστεί και να νομίζει πως πρόκειται για ένα πατέρα με την κόρη του ή έναν θείο με την ανιψιά του ή, έστω έναν οικογενειακό φίλο με την νεαρή κόρη φίλων που πάνε σε μαζί κάποια δουλειά. Φροντίζουν, όμως, να διαψεύδουν αυτή την εντύπωση που θα έσωζε τα προσχήματα και με κάθε τρόπο δείχνουν πως πρόκειται για ένα αταίριαστο ζευγάρι, για μια προκλητική συνένωση που είναι πολύ πιθανό να κρύβει χρηματική ή άλλη συναλλαγή πίσω της. Δεν είναι λίγοι οι πλούσιοι Ρώσοι ή οι Βαλκάνιοι που έρχονται στη νύφη του Θερμαϊκού για να ψαρεύουν νεαρές επί χρήμασι ή τις κουβαλούν με τις αποσκευές τους όπως άλλοι δεν αποχωρίζονται το λάπτοπ τους. Θα μπορούσε να είναι κι η εικόνα των δυο τους μέρος αυτού του παραμυθιού που αποτελεί πια τουριστική ατραξιόν. Όμως όλα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον ο δημόσιος υπάλληλος δείχνει, εκτός από την ηλικία του, εξίσου καλά και την ιδιότητά του αλλά και την μετριότητα του πορτοφολιού του.
Πως είναι δυνατό να διασχίζουν τώρα κάθετα την Τσιμισκή και να κρατιούνται σαν ερωτευμένο ζευγάρι; Εκείνος τείνει προς το μέρος της την παλάμη του δειλά αλλά εκείνη του έχει αρπάξει το χέρι από τον καρπό και κρέμεται σχεδόν στο μπράτσο του. Τι αφύσικη εικόνα παρουσιάζουν ετούτοι οι δυο, εκείνος με το κοστούμι, έστω κι αν είναι κάπως φθαρμένο από την πολυκαιρία, κι εκείνη με ένα πολύ καυτό κοντό παντελονάκι κι ένα εξώπλατο μπλουζάκι που επιτρέπει στο σφιχτό στήθος της να πάλλεται καθώς περπατά δίπλα του; Εκείνος ντυμένος για να περνά απαρατήρητος κι εκείνη ντυμένη για να μην αφήσει βλέμμα που να μην το τραβήξει πάνω της. Και δεν είναι μόνο που κρατιούνται από το χέρι, είναι κι όλες οι κινήσεις τους δείχνουν εκ μέρους του μια φυσική ντροπαλότητα, σχεδόν μια ψύχρα, και από την πλευρά της μιαν ανυπόκριτη και επιδεικτική τρυφεράδα.
Και για να μην μείνει η παραμικρή αμφιβολία αν είναι ζευγάρι ή πατέρας και κόρη, κάθε τόσο, όταν η νεαρή ενθουσιάζεται με μια αφίσα, με μια διαφήμιση ή με μια βιτρίνα, σηκώνεται στα δάχτυλα του ποδιού της και του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο ή στα χείλη που εκείνος το ανταποδίδει με την αναμενόμενη λαχτάρα αλλά και μια ευδιάκριτη συστολή καθώς το βλέμμα του στρέφεται ολόγυρα στον χώρο σαν να ζητά συγνώμη από τους θεατές.
Τι είδους πρόκληση είναι αυτή μέσα στους δρόμους της πολύβουης μεσημεριανής Θεσσαλονίκης; Πως γίνεται να κυκλοφορεί ανάμεσά μας ένας τέτοιος άγγελος -ή μήπως ένα “γύναιο”;- μία τέτοια θεά -ή μήπως ένα ξωτικό;- που ακινητοποιεί τους πάντες στο αιθέριο πέρασμά της; Κι ο τύπος δίπλα της, με τα διπλάσιά της χρόνια, που προχωρά σαν να έχει καταπιεί σκουπόξυλο και κοιτάζει γύρω του καχύποπτα τα πάντα, με μάτια περισκοπικά, τι δουλειά έχει με αυτό το παιδί;
Και να! μα τι κάνουν τώρα; ... τον φιλάει! Ναι, ναι, σηκώνεται στις μύτες των ποδιών και τον φιλάει στο στόμα! Αναμφίβολα βάζει τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του χωρίς να τον σιχαίνεται και ρουφά την δική του γλώσσα που πρέπει να έχει πάθει γλωσσοδέτη. Και να που κι εκείνος γίνεται κατακόκκινος αλλά ανταποδίδει το φιλί στα ίσα! Ε, βέβαια, πως θα μπορούσε να μην ανταποδώσει; Πως να αρνηθεί ο διψασμένος στην έρημο το νερό πως να αρνηθεί ο ναυαγός ένα σωσίβιο μέσα στα κύματα; Θεέ μου, δίνουν δημόσιο φιλί στην γωνία Τσιμισκή και Εϋνάρδου! Μοιάζει απίστευτο κι όμως συμβαίνει!
Γελάνε τώρα. Η ράχη του λυγίζει προς το μέρος της. Φαίνεται πως το σκουπόξυλο μέσα του έχει σπάσει κι η μάσκα που κάλυπτε το πρόσωπό του κατέπεσε. Ώστε λοιπόν αυτό το χαλκείο μπορεί και να γελάει; “Χαμόγελο δημοσίου υπαλλήλου” θα το έλεγε ένας βιαστικός παρατηρητής και “χαμόγελο απρόσμενης ευτυχίας” θα το έλεγε κάποιος πιο προσεκτικός. Συσπώνται τα μάγουλα του, ανοίγει διάπλατα το στόμα του και ο ήχος του γέλιου του βγαίνει κακόηχος αλλά δυνατός ... ανεπίτρεπτα δυνατός.
---
Β'
Ο κύριος Χρήστος, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός,