TO ΓΙΑΝΝΙΤΣΟΧΩΡΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΝΟΤΙΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΖΑΧΑΡΩΣ, ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ,ΣΤΙΣ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΝΕΔΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΗΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ.
Τρίτη 25 Μαρτίου 2025
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025
1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα
ΤΑ ΠΛΙΆΤΣΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑιΣΚΑΚΗ
ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν καιρὸ τοῦ Ἀλήπασσα, ὁ Καραϊσκάκης, νειὸς ἀκόμα, χόρευε μιὰ φορὰ μ’ ἄλλα παληκάρια. Ἐνῷ ἔσερνε μπροστινὸς τὸν Τσάμικο, κ’ ἔκανε πολλὲς γῦρες στὸν τόπ
ο, καθὼς λένε, πέρασε τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς, γυιὸς τοῦ Ἀλήπασσα. Ἡ φουστανέλλα τοῦ Καραϊσκάκη σηκώθηκε τὸν ἀνήφορο καὶ φανήκανε τὰ πλιάτσικα (1)… Ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς πειράχτηκε. Πῆγε στὸν πατέρα του καὶ παραπονέθηκε. Κράζει τότε ὁ Ἀλήπασσας τὸν Καραϊσκάκη καὶ θυμωμένος τοῦ λέει:
— Τί ἔκαμες, ὠρὲ Παλιόγυφτο, στὸ γυιὸ τὸ δικό μου;
— Τίποτα, Πασσᾶ μ’, τοῦ λέει ὁ Καραϊσκάκης. Δὲν τὄθελα· χόρευα κ’ ἔκαμα ἔτσ’ μιὰ φουρά… [κ’ ἔφερε μιὰ γύρα]. Τότε πέρναγε ὁ γυιός σου ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς καὶ θύμωσε. Τί φταίω ‘γὼ ὁ μαῦρος;…
Ὁ Ἀλήπασσας ἔσκασε τὰ γέλια.
— Πῶς τὄκαμες, ὠρὲ μπίρο μ’; Κάμε το πάλε, ὠρέ!
— Ἔτσ’, Πασσᾶ μ’…
— Κάμε το ἄλλη μιὰ φορά, ὠρὲ Γιῶργο!… Μπράβο, ὠρὲ Γιῶργο!… Ἄϊντε τώρα.(1) πλιάτσικα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.
Ἢ Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση [τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια][1/3]
![]() |
ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ μετάφερε τὴν καθέδρα του ἀπὸ τὴν Αἴγινα στὸ Ναύπλιο, οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ξένων πολεμικῶν, ποὺ ἦταν ἀραγμένα στὸ λιμάνι, ζητῆσαν ἄδεια καὶ στήσανε μιὰ μεγάλη μπαράκα ξύλινη ἀπάνου στὴν τάπια τοῦ ὁπλοστασίου γιὰ νὰ προσφέρουνε στὸν Κυβερνήτη καὶ τῆς πόλης τοὺς προκρίτους χορό. Ὁ Κυβερνήτης ὅμως, φιλότιμος, εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ δώσῃ αὐτὸς πρῶτος κ’ οἱ πολῖτες τοῦ Ναυπλίου χορὸ στοὺς ξένους.
Τἄκαμε ὅλα ἕτοιμα ὁ Κυβερνήτης, καὶ τότε κάλεσε τοὺς προκρίτους τῆς πόλης καὶ τοὺς ἄλλους ἐπίσημους καὶ τοὺς εἶπε:
— Ἀναγκάσθηκα ἀπὸ τοὺς ξένους νὰ δώσω Εὐρωπαϊκὸ χορό, ἂν καὶ τονὲ θαρρῶ γιὰ τὰ ἑλληνικά μας ἤθη ἀταίριαστο· θ’ ἀκούσετε ὅμως καὶ θὰ φυλάξετε πιστὰ τὴς ὁδηγίες ποὺ θὰ σᾶς δώσω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρθοῦν οἱ ξένοι στὸ χορό, ὅπου θὰ εἴσαστε σεῖς συναγμένοι· μετὰ μισὴ ὥρα θὰ μπῇ ὁ Κυβερνήτης καὶ θὰ μείνῃ δυὸ ὧρες σωστές, ὄχι περισσότερο. Μισὴ ὥρα ἀφοῦ φύγῃ ὁ Κυβερνήτης θὰ πάρετε τὴς οἰκογένειές σας καὶ θὰ φύγετε καὶ σεῖς. Μὲ καταλάβατε;
Τὸ πρωῒ μαθαίνει ὁ Κυβερνήτης πὼς οἱ Ἕλληνες καλεσμένοι του μὲ τὴς κυράδες καὶ τὴς κυράτσες τους εἴχανε μείνει ὡς τὴν αὐγὴ γιὰ τὸ χατίρι τῶν θηλυκῶν τους, ποὺ θέλανε κι’ αὐτὰ νὰ κάνουν τὸ χατίρι τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, καὶ μάλιστα τῶν πειὸ ἄξιων στὰ χοροπηδήματα. Αὐτὸ λύπησε πολὺ τὸν Κυβερνήτη.
Σὲ λίγες μέρες ἐπιτροπὴ ἀπὸ τοὺς προκρίτους ζήτησε ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη ἄδεια νὰ δώσουνε κι’ αὐτοὶ χορό. Ὁ Κυβερνήτης εἶπε:
— Ἂν ἤξερα πὼς οἱ οἰκογενειάρχες τοῦ Ναυπλίου ἔχουνε λιγώτερο μυαλὸ ἀπὸ τὰ παλιοκόριτσα, οὔτε ἐγὼ χορὸ δὲν ἔδινα, ὅμως τώρα δὲ σᾶς δίνω τὴν ἄδεια.
Ἔδωσαν ὅμως οἱ Ναύαρχοι τῶν Προστατίδων Δυνάμεων χορό, καὶ πῆγε ὁ Κυβερνήτης τὴς δυό του ὧρες, μὰ ὁ χορὸς κράτησε πάλι ὡς τὰ ξημερώματα, καὶ κάμποσα σκάνταλα καὶ παρατράγουδα γενήκανε μὲ τὴς Ἀναπλιώτισσες καὶ τὴς Ἀναπλιωτοποῦλες.
Εἶδε ὁ Κυβερνήτης τέλος πὼς οἱ Ἀναπλιῶτες ἦταν ἀδιόρθωτοι καὶ ζήτησε ἀπὸ τοὺς Ναυάρχους νὰ χαλάσουν τὴ μπαράκα γιατὶ τάχα ἤθελε νὰ διορθώσῃ τὸν προμαχῶνα [ντάπια].
Ἔτσι ὁ χορὸς δὲν τριπλώθηκε.
![]()
1Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!
ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκοτώθηκε, κι’ ὁ Τσάκας ὁ δεντρόκορμος δὲν εἶχε πειὰ καρδιὰ γιὰ πόλεμο. Ὁ Ἥρωας, ποὺ φρόντιζε τὰ παληκάρια του καλύτερα ἀπὸ τὴ ζωή του, δὲ ζοῦσε πειὰ νὰ τονὲ θυμηθῇ. Τελείωσε ὁ ἀγῶνας μὲ τοὺς Τούρκους, κι’ ὁ Τσάκας, ποὺ πενῆντα χρόνια Τούρκους σκότωνε, ἀπ’ ὅλους λησμονήθηκε. Δὲν ἦταν ἀπὸ κείνους τοὺς
Ἀγωνιστὲς ποὺ φωνάζανε τὰ δίκια τους καὶ τὰ γυρεύανε μὲ τὸ σπαθί τους ἀπὸ τὸ Κουβέρνο. Ἔτσι κανένας δὲν τὸν εἶδε οὔτε στ’ Ἀνάπλι, οὔτε στὴν Ἀθήνα ν’ ἀνεβαίνῃ σκάλες, νὰ φιλῇ ποδιές, περίθαλψες ἀριστεῖα νὰ γυρεύῃ. Ἀποτραβήχτηκε στ’ ἀγαπημένα του βουνὰ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδας, οἰκονόμησε λίγα παλιόγιδα, κι’ ἀπὸ Κλέφτης, ἄγριος κι’ ἀφίλιωτος τοῦ Τούρκου ὀχτρός, γίνηκε ἥμερος τσοπάνης, ἄβλαβος Πολύφημος, καὶ μοναχὰ τὸ παράψηλο τ’ ἀνάστημά του καὶ ἡ ἀντρειωμένη του κορμοστασιὰ θὰ μαρτυροῦσαν πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ Τσάκας ὁ ξακουστός. Περήφανος, παράπονο ποτέ του δὲν ξεστόμησε· ἔβαλε τὴ γιαταγάνα στὸ θηκάρι, ἔπηξε στάνη, κ’ ἔπλεξε καλύβι, καὶ στεφανώθηκε μιὰ βλάχα δροσερὴ σὰν τοῦ Ἄσπρου τὰ νερά.
Κάνανε κάποτε ὁ Ὄθωνας καὶ ἡ Ἀμαλία τὴν περιοδεία τους κατὰ τὰ κατατόπια ἐκεῖνα, κι’ ὁ Γαρδικιώτης Γρίβας, ὁ ὑπασπιστής, εἶπε μιὰ μέρα στὸ Βασιλέα:
— Σὲ λίγο ἐδῶ ποὺ πᾶμε, θὰ σμίξουμε τὴ στάνη τοῦ περίφημου τοῦ Τσάκα.
— Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Τσάκας;
Ὁ Γρίβας τὸν ἤξερε καλὰ ἀπὸ τὸν καιρὸ τὸν ἀλησμόνητο, ποὺ πολεμοῦσε κι’ αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν Καραϊσκάκη, καὶ ζωγράφισε στοὺς Βασιλιάδες τὸ τί ἦταν ὁ Τσάκας.
— Μὰ ἀκοῦτε, εἶπε, τὸ πειὸ παράξενο· γέρος ἑκατὸ χρονῶν ὁ Τσάκας, δὲν ἔχει πολὺν καιρὸ ποὺ στεφανώθηκε τρίτη φορά…
Οἱ Βασιλιάδες παραξενευτήκανε καὶ στεῖλαν καὶ καλέσανε τὸν Τσάκα. Τότε εἴδανε μπροστά τους ἕνα γίγαντα ἀσπρομάλλη, μὲ λογκωμένα στήθια, φρύδια καὶ μαλλιά, σὰν παμπάλαιο μονοδέντρι ποὺ τὸ τρέφει ἡ μοναξιὰ κ’ ἡ ἀνεμοζάλη.
— Διατί δὲν ἐζητήσατε ἀμοιβὴν διὰ τὰς ὑπηρεσίας σας; ρώτησε ὁ Βασιλέας μὲ τὰ δασκάλικά του λόγια.
Ὁ Τσάκας ἀποκρίθηκε δυνατόφωνα:
— Χαρὰ στὰ γουνικὰ ποὺ καρτερᾶνε νὰ δώσουνε ψουμὶ στὰ παιδιά τ’ς ἅμα σκάσουν ἀπ’ τὰ κλάϊματα! [ἀλοίμονο στὴν πατρίδα ποὺ τόσο ἀργὰ συλλογίστηκε νὰ βοηθήσῃ ἕναν Ἀγωνιστή].
Ὁ Βασιλέας ξαφνίστηκε μὲ τὴν ἀπόκριση τούτη τὴν παραστατική· τοὔδωσε τὸ Σταυρὸ τοῦ Σωτῆρα, μὰ πῆρε καὶ σημείωση νὰ τοῦ δώσῃ «περίθαλψη».
Ἡ Βασίλισσα σ’ αὐτὸ τὸ μεταξὺ κύταζε μιὰ τριαντάρα βλάχα, μεγαλόσωμη πλατώνα [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στεκόταν κι’ ἄκουγε.
— Εἶσαι κόρη τοῦ καπετάνου; ρώτησε, κάνοντας πὼς δὲν ξέρει.
Ὁ Τσάκας δὲν ἔδωσε καιρὸ τῆς γυναίκας ν’ ἀπαντήσῃ.
— Ὁ Θεγὸς δὲ μ’ χάρ’σε πιδιὰ μὲ καμιὰ ἀπ’ τὴς τρεῖς γ’ναῖκες ποὺ πῆρα· ἡ στερνή, ἡ τρίτ’ εἶν’ αὐτείνη ὅπ’ βλέπ’ς, Κυρὰ Βασίλισσα!
— Μὰ εἶναι πολὺ νέα καὶ τὴν ἀδίκησες νὰ τὴν πάρῃς γυναῖκα σου, τόσο προχωρημένος στὰ χρόνια, εἶπε ἡ Βασίλισσα πονηρά.
— Νὰ σ’ πῶ, Κυρὰ Βασίλισσα, εἶπε ὁ Τσάκας· ἂν ἔν’ [εἶναι] νὰ χαλάῃς τ’ Σαρακουστή, τότε νὰ φᾷς ἀρνὶ ἢ π’λακίδα· μὰ ἂν ἔν’ νὰ φᾷς παλιόγιδα, φάει καλύτερα ξερὸ τοὺ ψουμάκι σ’ νἄχῃς διάφουρου καὶ τὴν ψυχή σ’!
Σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόκριση ἔμεινε ἡ Βασίλισσα μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
Ἀπὸ τότε δὲν ἔπαυε νὰ ρωτάῃ ὅσους γνώριζε ἀπὸ τὰ κατατόπια ἐκεῖνα:
— Ζῇ ὁ γερο-Τσάκας ποὺ παντρεύτηκε γέρος ἑκατὸ χρονῶν;
Ἴσως ἀκόμα ζῇ καὶ βασιλεύει.
. Καραϊσκάκης προς τον Μαχμούτ πασά: «Λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου και μου είπε να μη σε προσκυνήσω»...
Ο Καραϊσκάκης είχε ανυπότακτο χαρακτήρα, ζούσε για τη νίκη και όλοι είχαν να λένε για την παροιμιώδη αθυροστομία του. Είχε γεννηθεί το 1782 σε μια σπηλιά πάνω από το Μαυρομάτι Καρδίτσας και τον ακολουθούσε πάντα η φράση: «Ο γιος της καλογριάς», καθώς η μάνα του είχε βρει καταφύγιο στο κοντινό μοναστήρι. Η ίδια είχε γεννηθεί στην Σκουληκαριά της Άρτας. Το παιδί ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του τον εγκατέλειψε μη αντέχοντας τον διασυρμό μιας παράνομης σχέσης και πέθανε όταν αυτός ήταν οκτώ ετών...
Σάββατο 26 Μαρτίου 2022
Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021
Αρεόπολη 17 Μαρτίου 1821
ΔΗΜ. ΖΕΒΟΛΗΣ
Είναι ιστορικά βέβαιο ότι η επανάσταση δεν κηρύχθηκε με μία πανηγυρική πράξη, στην Αγία Λαύρα την 25η Μαρτίου 1821.
Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019
Ξυρίσματα
Ξυρίσματα
ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Καποδίστριας, ἀποφάσισε κι’ ὁ γέρο-Πανουριᾶς, ὁ Κλεφταρματωλὸς τῶν Σαλώνων, νὰ κατεβῇ ἀπὸ τοῦ Παρνασοῦ τὰ κάρκαρα καὶ νὰ πάῃ νὰ παρουσιαστῇ στὸν Κυβερνήτη. Ἔφτασε λοιπὸν στὴν Αἴγινα, μὰ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ποὔρριξε γύρω του, δὲν τοῦ χαμαρέσανε τὰ πράματα. Εἶδε κοντὰ στὸν Κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, ποῦ δὲν τοὺς φτάνανε τὰ φράγκικαφορέματα, μὰ εἴχανε ξουρίσει καὶ γένεια καὶ μουστάκια, καὶ ἦταν ἔτσι σὰν ξεροκολόκυθα γυαλιστερὰ τὰ μοῦτρα τους:
Λαϊκὸ ἐπιχρωματισμένο ξυλόγλυπτο.
Ἀπὸ τὸν Καρναβαλικὸ Πολιτιστικὸ Σύλλογο Ἀγιάσου «Ὁ Σάτυρος».
Φωτογραφία: Ἡρὼ Νικόπουλου, 1η Αὐγούστου 2003.
Πηγή: Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, Πατριωτικὴ χορηγία Ἐμ. Α. Μπενάκη εἰς τιμὴν τῆς Ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθῆναι, 1927 [Ἀπὸ Δ. Γ. Δημητρακάκη Ἀνέκδοτα ἀπομνημονεύματα].
Δημητρακάκης, Δημήτριος. Γεννήθηκε στὸ Καστρὶ τέως Δήμου Καστορείου τῆς Λακεδαίμονος τὸ 1823, πέθανε ἄγαμος στὶς 23 Αὐγούστου τοῦ 1888 καὶ τάφηκε στὸ Βυζαντινὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Καστρί. Ἦταν γιὸς τοῦ ὁπλαρχηγοῦ τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 Γεωργίου Δημητρακάκη καὶ ἐγγονὸς τοῦ ἐθνομάρτυρα τῆς ἡρωϊκῆς ἐπανάστασης «τοῦ Ὀρλὼφ» Γιαννάκη Δημητρακάκη. Ἔβγαλε τὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο στὸ Μιστρᾶ, τὸ Γυμνάσιο στὸ Ναύπλιο, καὶ τὴ Νομικὴ Σχολὴ στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Διακρίθηκε ὡς δημόσιος ἄνδρας καὶ ὑπηρέτησε σὲ σημαντικὲς διοικητικὲς θέσεις μὲ ἐπιτυχία. Τὰ χρόνια της Κωλεττικῆς κυβέρνησης (1845-1847) ἦταν ἰδιαίτερος γραμματέας τοῦ Σπαρτιάτη πολιτικοῦ Νικολάου Κορφιωτάκη ποὺ δολοφονήθηκε ὅταν ἦταν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοπικοὺς ἀντιπάλους του τὸν Αὔγουστο τοῦ 1850. Μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Κορφιωτάκη ὁ Δ. Δημητρακάκης ἐκτέθηκε στὶς ἐκλογὲς τὸ 1859 καὶ ἐκλέχτηκε βουλευτὴς Λακεδαίμονος. Ἐπανεκλέχτηκε τὸ 1868, τὸ 1879, τὸ 1880-1882 καὶ τὸ 1885. Σημαντικὴ προσφορά του ἀποτελοῦν τὰ ἀπομνημονεύματά του ποὺ ὄχι μόνο φωτίζουν πολλὲς σκοτεινὲς σελίδες τῆς Ἱστορίας μας ἀλλὰ καὶ σκιαγραφοῦν μιὰν ὁλόκληρη ἐποχή. Πηγή: http://www.elladatv.gr/
Εἰκόνα: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρχηγὸς ἐπαρχίας Ἀμφίσσης
Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821



κ ΕΔΩΗ Λεωφόρος των Ηρώων
Η Λεωφόρος των Ηρώων ήρθε ως κατάληξη των συζητήσεων που
είχαν ξεκινήσει το 1918 για την ανέγερση Πανελληνίου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως,
με αφορμή τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας, το 1921.
Μετά από πολλές ιστορικές και πολιτικές ανατροπές το Ηρώο θεμελιώθηκε στις 30
Μαρτίου 1930, αλλά δεν ανεγέρθηκε ποτέ. Με το νόμο 6171 του 1934 «Περί συμβολής
του Δημοσίου προς διαμόρφωσιν του Πεδίου του Άρεως εις κοινόχρηστον άλσος των
Αθηνών» που επεξεργάστηκε η Ανωτάτη Πολεοδομική Επιτροπή και υπέβαλε στον
υπουργό Συγκοινωνιών Πέτρο Ράλλη, ανατέθηκε η παραγγελία μαρμάρινων προτομών
των αγωνιστών του 1821 σε μέλη του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών. Στην
υλοποίηση του εγχειρήματος συνέβαλε ο τότε προσωπάρχης του υπουργείου
Συγκοινωνίας και πρόεδρος του Ειδικού Ταμείου Μόνιμων Οδοστρωμάτων, Ιωάννης
Οικονόμου.
Η Λεωφόρος των Ηρώων εκτείνεται κατά μήκος της εισόδου στο
Πεδίο του Άρεως από την οδό Μαυρομματαίων. Τα αποκαλυπτήριά της έγιναν στις 25
Μαρτίου 1937.
Δεκαέξι γλύπτες στο διάστημα 1936 – 1937 φιλοτέχνησαν τις
προτομές αγωνιστώναντιγράφοντας γνωστές απεικονίσεις τους σε ακαδημαϊκο
ρεαλιστικό ιδίωμα:
➤Ο Νικόλαος Γεωργαντής το Δημήτρη Παπανικολή
➤Ο Τηλέμαχος Γύζης τον Κίτσο Τζαβέλλα
➤Η Νίνα Εμπειρίκου το Μάρκο Μπότσαρη
➤Ο Γρηγόριος Ζευγώλης το Νικηταρά
➤Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος τον Ανδρέα Μιαούλη
➤➤Ο Νικόλαος Κουβαράς τη Μαντώ Μαυρογένους
➤Ο Κωστής Παπαχριστόπουλος τον Παπαφλέσσα
➽Ο Γιάννης Παππάς το Δημήτριο Υψηλάντη
➽Ο Πέτρος Ρούμπος τον Αθανάσιο Διάκο
➽Ο Φωκίων Ρωκ το Γεώργιο Καραϊσκάκη
➽Ο Γεώργιος Συννέφας τον Παλαιών Πατρών Γερμανό
➽Ο Αντώνιος Σώχος τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
➽Ο Μιχάλης Τόμπρος τον Κωνσταντίνο Κανάρη
⧪Το 1984 με το Νικόλαο Κριεζώτη του Στέλιου Τριάντη.
⧪Το 1994 με το Δημητράκη Πλαπούτα του Νικόλα Δογούλη.
⧪Το 2005 με τη Δόμνα Βισβίζη του Απόστολου Φανακίδη.























