theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 ΜΑΡΤΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 ΜΑΡΤΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

ΤΑ ΠΛΙΆΤΣΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑιΣΚΑΚΗ


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­π
ο
, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.

 Ἢ Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση [τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια][1/3]


ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ με­τά­φε­ρε τὴν κα­θέ­δρα του ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να στὸ Ναύ­πλιο, οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν ξέ­νων πο­λε­μι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να στὸ λι­μά­νι, ζη­τῆ­σαν ἄ­δεια καὶ στή­σα­νε μιὰ με­γά­λη μπα­ρά­κα ξύ­λι­νη ἀ­πά­νου στὴν τά­πια τοῦ ὁ­πλο­στα­σί­ου γιὰ νὰ προ­σφέ­ρου­νε στὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τῆς πό­λης τοὺς προ­κρί­τους χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της ὅ­μως, φι­λό­τι­μος, εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σῃ αὐ­τὸς πρῶ­τος κ’ οἱ πο­λῖ­τες τοῦ Ναυ­πλί­ου χο­ρὸ στοὺς ξέ­νους.

       Τἄ­κα­με ὅ­λα ἕ­τοι­μα ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ τό­τε κά­λε­σε τοὺς προ­κρί­τους τῆς πό­λης καὶ τοὺς ἄλ­λους ἐ­πί­ση­μους καὶ τοὺς εἶ­πε:

       — Ἀ­ναγ­κά­σθη­κα ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους νὰ δώ­σω Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χο­ρό, ἂν καὶ το­νὲ θαρ­ρῶ γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας ἤ­θη ἀ­ταί­ρια­στο· θ’ ἀ­κού­σε­τε ὅ­μως καὶ θὰ φυ­λά­ξε­τε πι­στὰ τὴς ὁ­δη­γί­ες ποὺ θὰ σᾶς δώ­σω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρ­θοῦν οἱ ξέ­νοι στὸ χο­ρό, ὅ­που θὰ εἴ­σα­στε σεῖς συ­ναγ­μέ­νοι· με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ μπῇ ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ θὰ μεί­νῃ δυ­ὸ ὧ­ρες σω­στές, ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀ­φοῦ φύ­γῃ ὁ Κυ­βερ­νή­της θὰ πά­ρε­τε τὴς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας καὶ θὰ φύ­γε­τε καὶ σεῖς. Μὲ κα­τα­λά­βα­τε;

       Τὸ πρω­ῒ μα­θαί­νει ὁ Κυ­βερ­νή­της πὼς οἱ Ἕλ­λη­νες κα­λε­σμέ­νοι του μὲ τὴς κυ­ρά­δες καὶ τὴς κυ­ρά­τσες τους εἴ­χα­νε μεί­νει ὡς τὴν αὐ­γὴ γιὰ τὸ χα­τί­ρι τῶν θη­λυ­κῶν τους, ποὺ θέ­λα­νε κι’ αὐ­τὰ νὰ κά­νουν τὸ χα­τί­ρι τῶν ξέ­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ μά­λι­στα τῶν πει­ὸ ἄ­ξι­ων στὰ χο­ρο­πη­δή­μα­τα. Αὐ­τὸ λύ­πη­σε πο­λὺ τὸν Κυ­βερ­νή­τη.

       Σὲ λί­γες μέ­ρες ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τοὺς προ­κρί­τους ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Κυ­βερ­νή­τη ἄ­δεια νὰ δώ­σου­νε κι’ αὐ­τοὶ χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­πε:

       — Ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς οἱ οἰ­κο­γε­νειά­ρχες τοῦ Ναυ­πλί­ου ἔ­χου­νε λι­γώ­τε­ρο μυα­λὸ ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ο­κό­ρι­τσα, οὔ­τε ἐ­γὼ χο­ρὸ δὲν ἔ­δι­να, ὅ­μως τώ­ρα δὲ σᾶς δί­νω τὴν ἄ­δεια.

       Ἔ­δω­σαν ὅ­μως οἱ Ναύ­αρ­χοι τῶν Προ­στα­τί­δων Δυ­νά­με­ων χο­ρό, καὶ πῆ­γε ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴς δυ­ό του ὧ­ρες, μὰ ὁ χο­ρὸς κρά­τη­σε πά­λι ὡς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, καὶ κάμ­πο­σα σκάν­τα­λα καὶ πα­ρα­τρά­γου­δα γε­νή­κα­νε μὲ τὴς Ἀ­να­πλι­ώ­τισ­σες καὶ τὴς Ἀ­να­πλι­ω­το­ποῦ­λες.

       Εἶ­δε ὁ Κυ­βερ­νή­της τέ­λος πὼς οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἦ­ταν ἀ­δι­όρ­θω­τοι καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς Ναυά­ρχους νὰ χα­λά­σουν τὴ μπα­ρά­κα για­τὶ τά­χα ἤ­θε­λε νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸν προ­μα­χῶ­να [ντά­πια].

       Ἔ­τσι ὁ χο­ρὸς δὲν τρι­πλώ­θη­κε.

 1Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκο­τώ­θη­κε, κι’ ὁ Τσά­κας ὁ δεν­τρό­κορ­μος δὲν εἶ­χε πειὰ καρ­διὰ γιὰ πό­λε­μο. Ὁ Ἥ­ρω­ας, ποὺ φρόν­τι­ζε τὰ πα­λη­κά­ρια του κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, δὲ ζοῦ­σε πειὰ νὰ το­νὲ θυ­μη­θῇ. Τε­λεί­ω­σε ὁ ἀ­γῶ­νας μὲ τοὺς Τούρ­κους, κι’ ὁ Τσά­κας, ποὺ πε­νῆν­τα χρό­νια Τούρ­κους σκό­τω­νε, ἀ­π’ ὅ­λους λη­σμο­νή­θη­κε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς


Ἀ­γω­νι­στὲς ποὺ φω­νά­ζα­νε τὰ δί­κια τους καὶ τὰ γυ­ρεύ­α­νε μὲ τὸ σπα­θί τους ἀ­πὸ τὸ Κου­βέρ­νο. Ἔ­τσι κα­νέ­νας δὲν τὸν εἶ­δε οὔ­τε στ’ Ἀ­νά­πλι, οὔ­τε στὴν Ἀ­θή­να ν’ ἀ­νε­βαί­νῃ σκά­λες, νὰ φι­λῇ πο­δι­ές, πε­ρί­θαλ­ψες ἀ­ρι­στεῖ­α νὰ γυ­ρεύ­ῃ. Ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε στ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βου­νὰ τῆς Δυ­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, οἰ­κο­νό­μη­σε λί­γα πα­λι­ό­γι­δα, κι’ ἀ­πὸ Κλέ­φτης, ἄ­γριος κι’ ἀ­φί­λι­ω­τος τοῦ Τούρ­κου ὀ­χτρός, γί­νη­κε ἥ­με­ρος τσο­πά­νης, ἄ­βλα­βος Πο­λύ­φη­μος, καὶ μο­να­χὰ τὸ πα­ρά­ψη­λο τ’ ἀ­νά­στη­μά του καὶ ἡ ἀν­τρει­ω­μέ­νη του κορ­μο­στα­σιὰ θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σαν πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Τσά­κας ὁ ξα­κου­στός. Πε­ρή­φα­νος, πα­ρά­πο­νο πο­τέ του δὲν ξε­στό­μη­σε· ἔ­βα­λε τὴ γι­α­τα­γά­να στὸ θη­κά­ρι, ἔ­πη­ξε στά­νη, κ’ ἔ­πλε­ξε κα­λύ­βι, καὶ στε­φα­νώ­θη­κε μιὰ βλά­χα δρο­σε­ρὴ σὰν τοῦ Ἄ­σπρου τὰ νε­ρά.

       Κά­να­νε κά­πο­τε ὁ Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Ἀ­μα­λί­α τὴν πε­ρι­ο­δεί­α τους κα­τὰ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να, κι’ ὁ Γαρ­δι­κι­ώ­της Γρί­βας, ὁ ὑ­πα­σπι­στής, εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ Βα­σι­λέα:

       — Σὲ λί­γο ἐ­δῶ ποὺ πᾶ­με, θὰ σμί­ξου­με τὴ στά­νη τοῦ πε­ρί­φη­μου τοῦ Τσά­κα.

       — Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Τσά­κας;

       Ὁ Γρί­βας τὸν ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τὸν ἀ­λη­σμό­νη­το, ποὺ πο­λε­μοῦ­σε κι’ αὐ­τὸς μα­ζὶ μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ ζω­γρά­φι­σε στοὺς Βα­σι­λιά­δες τὸ τί ἦ­ταν ὁ Τσά­κας.

       — Μὰ ἀ­κοῦ­τε, εἶ­πε, τὸ πει­ὸ πα­ρά­ξε­νο· γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν ὁ Τσά­κας, δὲν ἔ­χει πο­λὺν και­ρὸ ποὺ στε­φα­νώ­θη­κε τρί­τη φο­ρά…

       Οἱ Βα­σι­λιά­δες πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­νε καὶ στεῖ­λαν καὶ κα­λέ­σα­νε τὸν Τσά­κα. Τό­τε εἴ­δα­νε μπρο­στά τους ἕ­να γί­γαν­τα ἀ­σπρο­μάλ­λη, μὲ λογ­κω­μέ­να στή­θια, φρύ­δια καὶ μαλ­λιά, σὰν παμ­πά­λαι­ο μο­νο­δέν­τρι ποὺ τὸ τρέ­φει ἡ μο­να­ξιὰ κ’ ἡ ἀ­νε­μο­ζά­λη.

       — Δια­τί δὲν ἐ­ζη­τή­σα­τε ἀ­μοι­βὴν διὰ τὰς ὑ­πη­ρε­σί­ας σας; ρώ­τη­σε ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὰ δα­σκά­λι­κά του λό­για.

       Ὁ Τσά­κας ἀ­πο­κρί­θη­κε δυ­να­τό­φω­να:

       — Χα­ρὰ στὰ γου­νι­κὰ ποὺ καρ­τε­ρᾶ­νε νὰ δώ­σου­νε ψου­μὶ στὰ παι­διά τ’ς ἅ­μα σκά­σουν ἀ­π’ τὰ κλά­ϊ­μα­τα! [ἀ­λοί­μο­νο στὴν πα­τρί­δα ποὺ τό­σο ἀρ­γὰ συλ­λο­γί­στη­κε νὰ βο­η­θή­σῃ ἕ­ναν Ἀ­γω­νι­στή].

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας ξαφ­νί­στη­κε μὲ τὴν ἀ­πό­κρι­ση τού­τη τὴν πα­ρα­στα­τι­κή· τοὔ­δω­σε τὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Σω­τῆ­ρα, μὰ πῆ­ρε καὶ ση­μεί­ω­ση νὰ τοῦ δώ­σῃ «πε­ρί­θαλ­ψη».

       Ἡ Βα­σί­λισ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ με­τα­ξὺ κύ­τα­ζε μιὰ τρι­αν­τά­ρα βλά­χα, με­γα­λό­σω­μη πλα­τώ­να [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στε­κό­ταν κι’ ἄ­κου­γε.

       — Εἶ­σαι κό­ρη τοῦ κα­πε­τά­νου; ρώ­τη­σε, κά­νον­τας πὼς δὲν ξέ­ρει.

       Ὁ Τσά­κας δὲν ἔ­δω­σε και­ρὸ τῆς γυ­ναί­κας ν’ ἀ­παν­τή­σῃ.

       — Ὁ Θε­γὸς δὲ μ’ χά­ρ’­σε πι­διὰ μὲ κα­μιὰ ἀ­π’ τὴς τρεῖς γ’­ναῖ­κες ποὺ πῆ­ρα· ἡ στερ­νή, ἡ τρί­τ’ εἶ­ν’ αὐ­τεί­νη ὅ­π’ βλέ­π’ς, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα!

       — Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α καὶ τὴν ἀ­δί­κη­σες νὰ τὴν πά­ρῃς γυ­ναῖ­κα σου, τό­σο προ­χω­ρη­μέ­νος στὰ χρό­νια, εἶ­πε ἡ Βα­σί­λισ­σα πο­νη­ρά.

       — Νὰ σ’ πῶ, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα, εἶ­πε ὁ Τσά­κας· ἂν ἔ­ν’ [εἶ­ναι] νὰ χα­λά­ῃς τ’ Σα­ρα­κου­στή, τό­τε νὰ φᾷς ἀρ­νὶ ἢ π’­λα­κί­δα· μὰ ἂν ἔ­ν’ νὰ φᾷς πα­λι­ό­γι­δα, φά­ει κα­λύ­τε­ρα ξε­ρὸ τοὺ ψου­μά­κι σ’ νἄ­χῃς δι­ά­φου­ρου καὶ τὴν ψυ­χή σ’!

       Σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­κρι­ση ἔ­μει­νε ἡ Βα­σί­λισ­σα μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα.

       Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­ε νὰ ρω­τά­ῃ ὅ­σους γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να:

       — Ζῇ ὁ γε­ρο-Τσά­κας ποὺ παν­τρεύ­τη­κε γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν;

Ἴ­σως ἀ­κό­μα ζῇ καὶ βα­σι­λεύ­ει.




. Καραϊσκάκης προς τον Μαχμούτ πασά: «Λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου και μου είπε να μη σε προσκυνήσω»...


   Ο Καραϊσκάκης είχε ανυπότακτο χαρακτήρα, ζούσε για τη νίκη και όλοι είχαν να λένε για την παροιμιώδη αθυροστομία του. Είχε γεννηθεί το 1782 σε μια σπηλιά πάνω από το Μαυρομάτι Καρδίτσας και τον ακολουθούσε πάντα η φράση: «Ο γιος της καλογριάς», καθώς η μάνα του είχε βρει καταφύγιο στο κοντινό μοναστήρι. Η ίδια είχε γεννηθεί στην Σκουληκαριά της Άρτας. Το παιδί ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του, μία οικογένεια Σαρακατσάνων, αφού η μητέρα του τον εγκατέλειψε μη αντέχοντας τον διασυρμό μιας παράνομης σχέσης και πέθανε όταν αυτός ήταν οκτώ ετών...
    Από νεαρή ηλικία έδειξε την επαναστατική του διάθεση. Έγινε κλεφτόπουλο και η επανάσταση τον βρήκε καπετάνιο. Ωστόσο, τον πρώτο καιρό της επανάστασης, δεν πήρε μέρος, γιατί πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους, επειδή είχε θητεύσει στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε, πως είχε: «μυστικήν ανταπόκρισην (καπάκια) με τον Ομέρ Βρυώνη και ότι συμφώνησε… να του παραδώσει Μεσολόγγι και Αιτωλικό». Γρήγορα όμως, ο Καραϊσκάκης απάντησε με πράξεις στους επικριτές του. Έλαβε μέρος στην επανάσταση και διακρίθηκε για την αγωνιστικότητά, τις ηγετικές και στρατηγικές του ικανότητες. Ξεχώριζε όμως και για το πλούσιο υβρεολόγιό του. Το 1823, έστειλε την εξής απάντηση στον Μαχμούτ Πασά: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω». Ποιος σκότωσε τον Καραϊσκάκη ανήμερα της γιορτής του; Δολοφονήθηκε από Έλληνες ή από Τούρκους; Διαβάστε εδώ:https://www.mixanitouxronou.gr/pios-skotose-ton-karaiskaki-animera-tis-giortis-tou-dolofonithike-apo-ellines-i-apo-tous-tourkous-pos-chathikan-ta-osta-tou-vinteo/ Πέθανε τον Απρίλιο του 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής, μετά από πυροβολισμό στην περιοχή του σημερινού Φλοίσβου (Νέου Φαλήρου). Κανείς δεν είπε με βεβαιότητα ποιός τον πυροβόλησε. Έλληνας ή εχθρός; Πολλοί συγγραφείς-ερευνητές μιλούν για δολοφονία οργανωμένη από τον Μαυροκορδάτο, αλλά τα στοιχεία είναι ελλιπή.
    Ο Καραϊσκάκης, όταν τον ρώτησαν ποιος ήταν ο δολοφόνος του, αν κι ετοιμοθάνατος, φέρεται να είπε: «Ξέρω ποιος το ‘κανε. Ας ζήσω και θα μου κλάσει τον μπούτσον». Όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη, έκατσε και άρχισε να μοιρολογά «σαν γυναίκα». Ίσως τον Καραϊσκάκη να τον λάβωσε θανάσιμα χέρι εχθρού κι όχι Έλληνα, αλλά και μόνο η πίστη πολλών, πως σκοτώθηκε από ελληνικό όπλο, δείχνει πόσο βαθιά ήταν η αρρώστια του διχασμού, που στοίχισε πολύ στην επανάσταση και προφανώς μας στοιχίζει ακόμη.... 
Ποιος σκότωσε τον Καραϊσκάκη ανήμερα της γιορτής του; 
Δολοφονήθηκε από Έλληνες ή από Τούρκους; Διαβάστε
 εδώ:https://www.mixanitouxronou.gr/pios-skotose-ton
-karaiskaki-animera-tis-giortis-tou-dolofonithike-apo-ellines
-i-apo-tous-tourkous-pos-chathikan-ta-osta-tou-vinteo/... 



Πηγές: Μηχανή του χρόνου και Εfsyn

Σάββατο 26 Μαρτίου 2022

ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ

 ΠΡΟΧΤΕΣ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Τριανταφυλλιά Νιάρχου


Από Σάκη Ζαφειράκη


Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

 








 

Αρεόπολη 17 Μαρτίου 1821

 ΔΗΜ. ΖΕΒΟΛΗΣ

Είναι ιστορικά βέβαιο ότι η επανάσταση δεν κηρύχθηκε με μία πανηγυρική πράξη, στην Αγία Λαύρα την 25η Μαρτίου 1821.

Ακόμα και αν παρακάμψουμε τα γεγονότα στις παραδουνάβιες χώρες, είναι βέβαιο ότι η επανάσταση ξεκίνησε με μία σειρά τοπικών επεισοδίων που διαδραματίσθηκαν, λίγες μέρες πριν, σε περιοχές της Πελοποννήσου και κυρίως στην περιοχή της Μάνης (αλλά και της Αχαΐας).
Κατά μία άποψη στις 17 Μαρτίου, συγκεντρώθηκαν στην Τσίμοβα (σημερινή Αρεόπολη) οι οπλαρχηγοί και υπό την ηγεσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κήρυξαν, επίσημα, την επανάσταση. Το γεγονός εορτάζεται σήμερα, όπως και κάθε 17η Μαρτίου, με πανηγυρικό τρόπο, στην Αρεόπολη. Το γεγονός ερίζεται, κυρίως για το λόγο ότι οι Μανιάτες οπλαρχηγοί δεν άφησαν απομνημονεύματα, με τα οποία να επιβεβαιώνεται ή να απορρίπτεται το γεγονός.

Αυτό όμως που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι, λίγες μέρες μετά, σώμα 150 ενόπλων Μανιατών, με επικεφαλής τον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιό του Πετρόμπεη, εισέρχεται στην Καλαμάτα, για να την προστατεύσει από τον κίνδυνο εισβολής ληστών!!!! και ακολούθως στις 23 Μαρτίου εισέρχεται στην πόλη ο ίδιος ο Πετρόμπεης επικεφαλής 2000 ενόπλων Μανιατών και απελευθερώνει, επίσημα, την πόλη.
Επακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και αποφασίσθηκε η ίδρυση μιας επαναστατικής επιτροπής, η οποία ονομάσθηκε «Μεσσηνιακή εν Καλαμάτα Γερουσία» και ανέλαβε τον συντονισμό του Αγώνα. Τιμητικά η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη που έφερε πια τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των Σπαρτιατικών δυνάμεων». Την ίδια μέρα η Μεσσηνιακή Γερουσία εξέδωσε προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές αυλές. Με αυτήν η Μεσσηνιακή Γερουσία γνωστοποιούσε στους χριστιανικούς λαούς την απόφαση του έθνους, ύστερα από αιώνες ανυπόφορης δουλείας, να αποτινάξει τον ζυγό και ζητούσε τη συνδρομή τους:
«Προκήρυξις προς τὰς εὐρωπαϊκὰς Αὐλὰς

Εκ μέρους τοῦ φιλογενοῦς Ἀρχιστρατήγου
τῶν Σπαρτιατικῶν στρατευμάτων Πέτρου
Μαυρομιχάλη και τῆς Μεσσηνιακῆς
Γερουσίας τῆς ἐν Καλαμάτᾳ.
Ὁ ανυπόφορος ζυγὸς τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα αἰώνος κατήντησεν εἰς μίαν ἀκμήν, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἄλλο εἰς τοῦς δυστυχεῖς Πελοποννησίους Γραικοὺς εἰμὴ μόνον φωνὴ καὶ αὐτὴ διὰ νὰ ὠθῇ κυρίως τοὺς κρυφίους ἀναστεναγμούς των. Εἰς τοιαύτην ὄντες ἀθλίαν κατάστασιν, στερημένοι ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά μας, μὲ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα καὶ νὰ ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν τυράννων.
Πᾶσα πρὸς ἀλλήλους φατρία καὶ διχόνοια, ὡς καρποὶ τῆς τυραννίας, ἀπερρίφθησαν εἰς τὸν βυθὸν τῆς λήθης, καὶ ἅπαντες πνέομεν πνοὴν ἐλευθερίας. Αἱ χεῖρες μας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν δεδεμέναι μέχρι τοῦ νῦν ἀπὸ τὰς σιδηρὰς ἀλύσους τῆς βαρβαρικῆς τυραννίας, ἐλύθησαν ἤδη καὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τῶν τυράννων. Οἱ πόδες μας, οἱ περιπατοῦντες ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ εὶς τὰς ἐναγκαρεύσεις τῆς ἀσπλαγχνίας, τρέχουν εἰς ἀπόκτησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Ἡ κεφαλή μας, ἡ κλίνουσα τὸν αὐχένα ὑπὸ τὸν σκληρὸν ζυγόν, τὸν ἀπετίναξεν ἤδη καὶ ἄλλο δὲν φρονεῖ εἰμὴ τὴν ἐλευθερίαν της. Ἡ γλῶσσα μας, ἡ ἀδυνατοῦσα νὰ προφέρῃ λόγον ἐκτὸς τῶν ἀνωφελῶν παρακλήσεων πρὸς ἐξιλέωσιν τῶν τυράννων, κράζει τώρα μεγαλοφώνως, καὶ κάμνῃ νὰ ἀντηχῇ ὁ ἀὴρ τὸ γλυκύτατον ὄνομα τῆς ἐλευθερίας. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἀπεφασίσαμεν ἢ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν.
Διὸ παρακαλοῦμεν τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν ἐξευγενισμένων εὐρωπαϊκῶν γενεῶν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν ταχύτερον εἰς τὸν ἱερὸν καὶ δίκαιον σκοπόν μας, καὶ νὰ λάβωμεν τὰ δίκαιά μας καὶ ν’ ἀναστήσωμεν τὸ ταλαιπωρημένον ἑλληνικὸν γένος μας.
Δικαίῳ τῷ λόγῳ ἠ μητέρα μας Ἑλλάς, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ σεῖς ἐφωτίσθητε, ἀπαιτεῖ ὅσον τάχιστα τὴν φιλάνθρωπον συνδρομήν σας καὶ διὰ χρημάτων, καὶ διὰ ὅπλων, καὶ διὰ συμβουλῶν, τῶν ὁποίων εἴμεθα εὐέλπιδες ὅτι θέλει ἀξιωθῶμεν, καὶ ἡμεῖς θέλομεν σᾶς ὁμολογεῖ ἄκραν ὑποχρέωσιν καὶ ἐν καιρῷ θέλομεν δείξει καὶ πραγματικῶς τὴν ὑπὲρ τῆς συνδρομῆς σας εὐγνωμοσύνην μας.
Ἐν τῷ Σπαρτιατικῷ στρατοπέδῳ τῆς Καλαμάτας
τῇ 23η Μαρτίου 1821
ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ
Ἡγεμὼν καὶ Ἀρχιστράτηγος
ΚΑΙ Η ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΓΕΡΟΥΣΙΑ ΕΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Το κείμενο, υπέροχο τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και την μορφή, διαψεύδει, εκτός των άλλων, πανηγυρικά τους ισχυρισμούς των αναθεωρητών της ιστορίας οι οποίοι, με πλούσια χρηματοδότηση, προσπαθούν να επιβάλλουν (εκτός των άλλων και) την άποψη ότι οι Έλληνες, κατά την κήρυξη της επαναστάσεως, στερούνταν εθνικής συνείδησης και αίσθησης συνέχειας και ότι αυτά είναι μεταγενέστερα κατασκευασμένα ιδεολογήματα, άνωθεν προερχόμενα.
Οι επαναστατημένοι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά και ποιοι είναι και από που προέρχονταν. Το ίδιο γνώριζαν και οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι, οι οποίοι δεν παρέλειπαν να τους αναγνωρίζουν ως Έλληνες (δείτε όλως ενδεικτικά τα έγγραφα της ανακρίσεως του Ρήγα, από τους Αυστριακούς).
Την ίδια ημέρα που απελευθερώθηκε η Καλαμάτα επαναστάτησε και η ανατολική Μάνη. Στις 23 Μαρτίου στο Μαραθωνήσι (Γύθειο) οι Γρηγοράκηδες, που είχαν ήδη έλθει σε συνεννόηση με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ύψωσαν την επαναστατική σημαία και κατευθύνθηκαν προς τη Μονεμβασιά, ενώ ο Κολοκοτρώνης επικεφαλής δύναμης αποτελούμενης από 30 δικούς του άνδρες, στους οποίος προστέθηκαν 200 του Μούρτζηνου και 70 του Πετρόμπεη, ξεκινούσε για την κεντρική Πελοπόννησο και την Τρίπολη.
Παρακάτω εικονίζεται το Μανιάτικο επαναστατικό λάβαρο.
Σε αντίθεση με αυτά της υπόλοιπης Ελλάδας, εκτός από τον σταυρό, φέρει την επιγραφή "Νίκη ή Θάνατος". Οι Μανιάτες δεν πολεμούσαν για Ελευθερία γιατί, ορθά, θεωρούσαν πως ήσαν ελεύθεροι, αλλά για τη Νίκη.
Υπάρχουν και άλλα λάβαρα τα οποία, εκτός των παραπάνω φέρουν και την επιγραφή "ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ"

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Ξυ­ρί­σμα­τα

Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης             Ιστορίες Μπονζάι

Ξυ­ρί­σμα­τα


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­καφο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:
       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.
       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.
       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…
       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;
       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;
       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..
       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;
       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;
       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.
       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.
       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.
       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,
       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.
       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…
       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…
       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.
       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.

Λαϊκὸ ἐπιχρωματισμένο ξυλόγλυπτο.
Ἀπὸ τὸν Καρναβαλικὸ Πολιτιστικὸ Σύλλογο Ἀγιάσου «Ὁ Σάτυρος».
Φωτογραφία: Ἡρὼ Νικόπουλου, 1η Αὐγούστου 2003.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Α. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, Ἀ­θῆ­ναι, 1927 [Ἀ­πὸ Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη Ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα].

Δη­μη­τρα­κά­κης, Δη­μή­τριος. Γεν­νή­θη­κε στὸ Κα­στρὶ τέ­ως Δή­μου Κα­στο­ρεί­ου τῆς Λα­κε­δαί­μο­νος τὸ 1823, πέ­θα­νε ἄ­γα­μος στὶς 23 Αὐ­γού­στου τοῦ 1888 καὶ τά­φη­κε στὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στὸ Κα­στρί. Ἦ­ταν γιὸς τοῦ ὁ­πλαρ­χη­γοῦ τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ 1821 Γε­ωρ­γί­ου Δη­μη­τρα­κά­κη καὶ ἐγ­γο­νὸς τοῦ ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρα τῆς ἡ­ρω­ϊ­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης «τοῦ Ὀρ­λὼφ» Γι­αν­νά­κη Δη­μη­τρα­κά­κη. Ἔ­βγα­λε τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Σχο­λεῖ­ο στὸ Μι­στρᾶ, τὸ Γυ­μνά­σιο στὸ Ναύ­πλιο, καὶ τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­α­κρί­θη­κε ὡς δη­μό­σιος ἄν­δρας καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ ση­μαν­τι­κὲς δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Τὰ χρό­νια της Κω­λετ­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης (1845-1847) ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Σπαρ­τιά­τη πο­λι­τι­κοῦ Νι­κο­λά­ου Κορ­φι­ω­τά­κη ποὺ δο­λο­φο­νή­θη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ἀ­πὸ το­πι­κοὺς ἀν­τι­πά­λους του τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1850. Με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κορ­φι­ω­τά­κη ὁ Δ. Δη­μη­τρα­κά­κης ἐ­κτέ­θη­κε στὶς ἐ­κλο­γὲς τὸ 1859 καὶ ἐ­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τὴς Λα­κε­δαί­μο­νος. Ἐ­πα­νε­κλέ­χτη­κε τὸ 1868, τὸ 1879, τὸ 1880-1882 καὶ τὸ 1885. Ση­μαν­τι­κὴ προ­σφο­ρά του ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ποὺ ὄ­χι μό­νο φω­τί­ζουν πολ­λὲς σκο­τει­νὲς σε­λί­δες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας ἀλ­λὰ καὶ σκι­α­γρα­φοῦν μιὰν ὁ­λό­κλη­ρη ἐ­πο­χή. Πη­γή: http://www.elladatv.gr/

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

1] «Μη λες “Σουλιώτισσα κιμά, να”»    Μυρσίνη Γκανά
κλικ ΕΔΩ

«Μη λες “Σουλιώτισσα κιμά, να”»

Ευγένιος Ντελακρουά «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» (1826).


2] Φιλέλληνες, ένας βασικός κρίκος στην απελευθέρωση/ Σταύρος Μαλαγκονιάρης
κλικ ΕΔΩ
Θεόδωρος Βρυζάκης, «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι», 
1861. Εθνική Πινακοθήκη.


3] 1821: Η μυθολογία, η ιστορία και ο χορός των αθιγγανίδων/Θωμάς Τσαλαπάτης 
                                                   κλικ ΕΔΩ
The Combat of the Giaour and Hassanby Eugène Delacroix(1826, oil on canvas

4]   25η Μαρτίου 1967 Θεόδωρος Γρηγοριάδη
                                                κλικ ΕΔΩ
25η Μαρτίου 1967
Γύζης Νικόλαος, «Μετά την καταστροφή των Ψαρών», π. 1896-1898. Εθνική Πινακοθήκη.

5] Κροκέτεςμπακαλιάρου Κυριακή Μπεϊόγλου
κλικ ΕΔΩ
Κροκέτες μπακαλιάρου
Genod Michel-Philibert, (1796 - 1862). «Ο όρκος του νεαρού πολεμιστή». Εθνική Πινακοθήκη

6]Στη ρούγα του «Γέρου Χαρά Τζαναβάρα
κλικ ΕΔΩ

Στη ρούγα του «Γέρου»
Το σπίτι που άφησε την τελευταία του πνοή ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε στη δεκαετία του 1920 το τριώροφο που υπάρχει ως σήμερα. Προς τιμή του ήρωα η οδός Ανακτόρων μετονομάστηκε και είναι η σημερινή Κολοκοτρώνη. Μάριος Βαλασόπουλος

7]Τα δάνεια, ο νέος ζυγός των Ελλήνων, άρχισαν πολύ νωρίς Σταύρος Μαλαγκονιάρης
Τα δάνεια, ο νέος ζυγός των Ελλήνων, άρχισαν πολύ νωρίςκ ΕΔΩ
Βρυζάκης Θεόδωρος, «Η θυσία του Καψάλη». Εθνική Πινακοθήκη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΣΥΝ



Η Λεωφόρος των Ηρώων


   Η Λεωφόρος των Ηρώων ήρθε ως κατάληξη των συζητήσεων που είχαν ξεκινήσει το 1918 για την ανέγερση Πανελληνίου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως, με αφορμή τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας, το 1921. Μετά από πολλές ιστορικές και πολιτικές ανατροπές το Ηρώο θεμελιώθηκε στις 30 Μαρτίου 1930, αλλά δεν ανεγέρθηκε ποτέ. Με το νόμο 6171 του 1934 «Περί συμβολής του Δημοσίου προς διαμόρφωσιν του Πεδίου του Άρεως εις κοινόχρηστον άλσος των Αθηνών» που επεξεργάστηκε η Ανωτάτη Πολεοδομική Επιτροπή και υπέβαλε στον υπουργό Συγκοινωνιών Πέτρο Ράλλη, ανατέθηκε η παραγγελία μαρμάρινων προτομών των αγωνιστών του 1821 σε μέλη του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών. Στην υλοποίηση του εγχειρήματος συνέβαλε ο τότε προσωπάρχης του υπουργείου Συγκοινωνίας και πρόεδρος του Ειδικού Ταμείου Μόνιμων Οδοστρωμάτων, Ιωάννης Οικονόμου.
Η Λεωφόρος των Ηρώων εκτείνεται κατά μήκος της εισόδου στο Πεδίο του Άρεως από την οδό Μαυρομματαίων. Τα αποκαλυπτήριά της έγιναν στις 25 Μαρτίου 1937.
Δεκαέξι γλύπτες στο διάστημα 1936 – 1937 φιλοτέχνησαν τις προτομές αγωνιστώναντιγράφοντας γνωστές απεικονίσεις τους σε ακαδημαϊκο ρεαλιστικό ιδίωμα: 

κλικ στο όνομα
Ο Λάζαρος Λαμέρας την Μπουμπουλίνα  
Ο Κωστής Παπαχριστόπουλος τον Παπαφλέσσα  
Ο Γιάννης Παππάς το Δημήτριο Υψηλάντη  
Ο Πέτρος Ρούμπος τον Αθανάσιο Διάκο  
Ο Φωκίων Ρωκ το Γεώργιο Καραϊσκάκη  
Ο Γεώργιος Συννέφας τον Παλαιών Πατρών Γερμανό 
Ο Αντώνιος Σώχος τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ο Μιχάλης Τόμπρος τον Κωνσταντίνο Κανάρη 
Το 1957, εκτός της Λεωφόρου, στο σημείο όπου προβλεπόταν να
 τοποθετηθεί ο ανδριάντας του μητροπολίτη Χρυσοστόμου Σμύρνης,
 έργο του Χ. Δημητριάδη, που στήθηκε τελικά πίσω από 
Μητρόπολη, προστέθηκε σε ψηλή βάση
⧭Η Λεωφόρος συμπληρώθηκε: 
Το 1978 με τον Εμμανουήλ Παπά του Στέλιου Τριάντη
Το 1984 με το Νικόλαο Κριεζώτη του Στέλιου Τριάντη 
Το 1994 με το Δημητράκη Πλαπούτα του Νικόλα Δογούλη.
Το 2005 με τη Δόμνα Βισβίζη του Απόστολου Φανακίδη.

Πηγή 
Campus Martius - Πεδίον του Άρεως
/Ερευνητική εργασία 2ου τετραμήνου 2014/15 - ΠΠΣΠ

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Γ. Τσιρίδης
Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΟΛΙΤΣΑΣ
ή 
Το τρένο του Κολοκοτρώνη

-Ωρέ Γιάγκο, ήρθε ο πρίντζιπος;
-Βεβαίως στρατηγέ!
-Πως το ξέρεις ρε ζαγάρι; τον είδες;
-Βεβαίως στρατηγέ! του απαντώ αμέσως, ήρθε ο μισερός, αν θες να τον εύρεις είναι στον απέναντι λόφο, στο κονάκι του Νικηταρά
-Άϊντε μωρέ, να ιδούμε τι θα κάμωμεν και με δαύτον, αναστέναξε ο κύριός μου
Αποτέλεσμα εικόνας για η άλωση της τριπολιτσάςΠρίντζιπος είναι ο Δημητράκης Υψηλάντης, όμορφος κι έξυπνος νεανίας, εικοσιπέντε ετών, μόλις αφιχθείς εκ Ρωσίας. Ερωτών είναι ο κύριός μου, ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης, ο αποκαλούμενος και Γέρων του Μορέως. Εγώ, ο Γιάγκος, είμαι ο γραμματικός του και μου έχει αναθέσει να γράφω τα καθέκαστα του πολέμου ως ημερολόγιον και να μην παραλείπω τίποτις από όσα συμβαίνουσιν όλον αυτόν τον καιρόν που πολιορκούμεν την Ντροπολιτσάν. Γνωρίζω την ελληνικήν γραφήν και μιλώ προφορικώς την ρωμέϊκην γλώσσαν εκ μητρός αλλά χειρίζομαι καλώς και τας αλβανικήν, βλαχικήν και τουρκικήν. Δι αυτά μου τα προτερήματα με επέλεξεν ο στρατηγός ως την ορντινάτζαν του και την δεξιάν του χείρα.
-Έγραψες για τα χτεσινά ωρέ; για την ακράτειαν του Ντεληγιώργου έγραψες; α, χα, χα, τι ήταν κι αυτό το χάλι του, όλη μέρα πίσω από τα βράχια άδειαζε το άντερό του ο καψερός! το έγραψες αυτό γραμματικέ; είπε κι έβαλε τα γέλια σαν μικρό παιδί
Πάντα ανοιχτός χαρακτήρας ο Γέρος κέρδιζε τον άλλον με τα χωρατά του και την ανοιχτήν του καρδία. Με αυτά αλλά και με την στρατηγικήν του ιδιοφυΐα και δεινότητα είχε γίνει αμέσως μόλις επήραμεν τα όπλα ο αναμφισβήτητος αρχηγός μας. Μόνον ο Δημήτριος Υψηλάντης συγκρινόταν μαζί του σε ανθρωπιά και αυθορμητισμόν αν και μπροστά στην ικανότητα του Γέρου κανείς δεν τολμούσε να βάλει εαυτόν.
Αποτέλεσμα εικόνας για η άλωση της τριπολιτσάς-Τα παλικάρια λένε πως ο πρίγκηπας έφερε κάτι μεγάλο μαζί του από την Ρωσία, του είπα
-Μεγάλο ε; χα, χα, θα το δεις μωρέ, θα το δεις κι εσύ και ούλοι σας πόσο μεγάλο είναι αυτό που έφερε ο πρίντζιπος, είπε ο Γέρος και γέλασε ξανά με την ψυχή του
Γνωρίζω καλώς ότι τον συμπαθεί τον πρίγκιπα. Εις τούτον μόνον δείχνει ο κύριός μου προτίμησην και τον θέλει μέλλοντα αρχιστράτηγον του έθνους ότε με το καλόν ορίσει ο θεός των Ελλήνων να ελευθερωθώμεν. Και ο Δημήτριος όμως δείχνει άξιος της τιμής. Αν και μικρός το δέμας περιεβλήθη αμέσως της ολόψυχης στήριξης των στρατιωτών μας και του λαού. Τοσούτον συμπαθής κατέστη ο νεαρός πρίγκηψ και όλοι τον θαυμάζωσιν.
Τον ενθυμούμαι άμα τη αφίξει του. Ήτο ενδεδυμένος με στολήν μαυροφορίτου, είχεν εις τους ώμους αργυράς επωμίδας και το πρόσωπόν του έδειχνε αποφασισμένον δια νίκην ή θάνατον. Είδα σύσσωμον το έθνος να καταλαμβάνεται υπό ενθουσιασμού δια τον εκ του ξανθού γένους προερχόμενον και να τον θεωρεί ηγεμόνα, ελευθερωτή και σωτήρα.