theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

    ΝΑΞΟΣ 1970                                                           ΝΑΝΟΥΡΗΣ [ΕΦ,ΣΥΝ]
    Ξωμάχοι ο δεκαετής Μανώλης με τον πατέρα του, περνούσαν το πλείστον του καιρού τους στα βουνά νησιωτικού μας συμπλέγματος, φροντίζοντας το κοπάδι τους, το αμπελάκι για το κρασί και τη ρακή της χρονιάς και το ξερικό περδιάρι που εμπλούτιζε πού και πού το πιάτο τους με τίποτα καχεκτικά κηπευτικά. Ο δεινός θηρευτής ποντικών παρδαλός και ευτραφής γάτης εξασφάλιζε την ακεραιότητα της τυροκομικής τους παραγωγής, μπαινοβγαίνοντας σαν αυτοκράτορας από έναν τρόχαλο στον υγρό και ανήλιαγο αποθηκευτικό της μιτάτο.
Ωσπου δοκίμασε κάποτε τυρί, ξετρελάθηκε με την πικάντικη, ντελικάτη γεύση του κι άρχισε να μαγαρίζει μυζήθρες, γραβιέρες και αρσενικά. Ο ταλαίπωρος βοσκός προσπαθούσε ματαίως να τον πιάσει μπας και τον συνετίσει, αλλά το αιλουροειδές δεν ήταν κορόιδο να πέσει στις παγίδες που του ’στηνε. Μακριά κι αγαπημένοι, όπως εμείς καλή ώρα ελέω διασποράς του κορονοϊού. Με τον Μανώλη, ωστόσο, διατηρούσε την παλιά οικειότητα, πλησιάζοντάς τον για κανακεμάτα και χάδια τις ώρες που απουσίαζε ο γέρος.
Το άχτι του πατέρα στοίχειωνε και τον γιο, που σκέφτηκε να πάρει οικογενειακώς εκδίκηση με ένα κάπως άηθες καψώνι. Αφαίρεσε το δερμάτινο κολάρο από χάλκινο καμπανέλι –κουδούνι που φορούν στα μικρά αρνιά–, του πέρασε σιρίτι από επεξεργασμένο άντερο και μια μέρα που ’παιζε ανέμελα με το ανυποψίαστο γατί, του το ’δεσε στον λαιμό με ναυτικό κόμπο που δεν λυνόταν ούτε στα δέκα Μποφόρ.
Ικανοποιημένος από το ιδιοφυές τέχνασμα ο μικρός αμόλησε το δόλιο το ζωντανό, που πήρε τρέχοντας τα όρη, πασχίζοντας να απαλλαγεί από τον εκκωφαντικό ήχο, ο οποίος συνόδευε κάθε του βήμα. Δεν τολμούσε να αποκαλύψει το μυστικό του ο Μανώλης, υπομειδιώντας στις διαρκείς οχλήσεις του πατέρα του, που έσπαγε το κεφάλι του να εξηγήσει την ξαφνική εξαφάνιση του γάτη. Μόνο ο Θεός και ο προστάτης του Αγιος Φραγκίσκος γνωρίζουν τι τράβηξε ο καψερός.
Κουδουνίζοντας ακατάπαυστα, βολόδερνε εξουθενωμένος στα πέριξ. Εκτός απ’ τη φρίκη που του προκαλούσε ο ακατανόητος πάταγος, ήταν καταδικασμένος σε σίγουρο θάνατο από λιμό, αφού τα λαχταριστά του εδέσματα, ποντικοί και πουλιά, τα οποία τον έτρεμαν άλλοτε, τώρα τον έπαιρναν στο ψιλό και γελούσαν μέχρι κράμπας σιαγόνος ή ράμφους με την κατάντια του. Την ημέρα γινόταν μπουχός στις κορφές, αλλά τα βράδια κατέβαινε στα γειτονικά αγροτόσπιτα μπας και βρει κάνα ξεχασμένο μεζέ να διασκεδάσει κομμάτι την πείνα του.
Οι γύρω βοσκοί απορούσαν με τη μελωδία του κουδουνιού στο πηχτό σκοτάδι. Τα πρόβατα έβλεπαν μαντρισμένα από ώρα χλοερά όνειρα· αποκλείεται να ’χε ξεμείνει κανένα τους στις χορτονομές. Καθώς οι άνθρωποι της υπαίθρου είναι αδιόρθωτα δεισιδαίμονες, απέδωσαν το αλλόκοτο νταβαντούρι σ’ τσι διαόλοι, τσι καλές κιουράδες (σ.σ. νεράιδες) και σε κάθε λογής ξωτικά. Μεγαλοποιώντας την επαύριο ο ένας με τον άλλο τις μεταμεσονύκτιες ραψωδίες, πίστεψαν ότι ο τόπος είναι στοιχειωδώς στοιχειωμένος.
Ορειχάλκινες, μεταλλικές νυκτωδίες κάνουν τσατάλια τα νεύρα των εμβρόντητων βουκόλων και πες πες ο ένας με τον άλλο μετατρέπονται σε άβουλα αθύρματα προαιώνιων δεισιδαιμονιών. Τραγελαφικές σκηνές εκτυλίσσονται, από τις οποίες ξεχωρίζω δυο που συζητιούνται ακόμα στον τόπο: Περασμένα μεσάνυχτα ξυπνούν τον πιο ατρόμητο απ’ αυτούς κωδωνοκρουσίες στο περιφραγμένο αμπέλι του, όπου καταφθάνει σαστισμένος, νομίζοντας πως δέχεται επιδρομή από άτακτο, ξενύχτικο ρίφι κανενούς γείτονα. Η πλησίφαη σελήνη ντύνει τα τσαμπιά με αμυδρές, αργυρές σκιές, μα όσο κι αν κοιτάζει δεν διακρίνει το παραμικρό.
Ραπίζει, ωστόσο, τ’ αυτιά του η συνεχής κοσμοχαλασιά του κουδουνιού· κατατρομαγμένος, βλέπεις, ο γάτης τρέχει δαιμονισμένα, αθέατος ανάμεσα στα κληματόφυλλα. Το αλυσιτελές κυνηγητό φαντασμάτων διαρκεί ώς το χάραμα, οπότε το ζώο δραπετεύει μέσα από άνοιγμα της ξερολιθιάς κι ο αποκαμωμένος αμπελουργός, που δεν αντικρίζει τίποτα ούτε στο φως του ήλιου, βεβαιώνεται πως βρέθηκε αντιμέτωπος με ολοζώντανο υπερφυσικό και αόρατο όραμα. Οι αφηγήσεις του εξάπτουν τη φαντασία της ομήγυρης, η οποία περιγράφει το συμβάν ως επέλαση χιλίων κορυβαντιούντων τριβόλων. Φοβισμένοι έκτοτε οι βοσκοί, συγκεντρώνονται ομάδες ομάδες γύρω από φωτιές, μόλις πέφτει το σκοτάδι, και πάνε για ύπνο νωρίς, σφαλίζοντας ερμητικά τα πορτοπαράθυρα.
Κοιμάται μακαρίως στο μιτάτο ο πιο δουλιατσάρης (δειλός), ασπρομάλλης εβδομηντάρης, καθώς νιώθει ζωηρούς, αλλόκοτους ήχους στο ακάλυπτο αέτωμα της θύρας, όπου αφήνει πού και πού τίποτα αποφάγια και πάει αργά ο απρόσκλητος κουδουνάτος να τα μεζεδιάσει. Ανασηκώνεται στο στρώμα ο γέροντας και κάνει ν’ ανάψει τον λύχνο. Τα μάτια του αιλουροειδούς στραφταλίζουν τότε στο σκοτάδι και μισοκοιμισμένος θαρρεί πως θωρεί τον αρχιδιάβολο αυτοπροσώπως. Πανικόβλητος επιστρέφει στο χωριό και κλειδαμπαρώνεται στο σπίτι, σαν εμάς, καλή ώρα.

Ιδιαζόντως επιφυλακτικός επιστρέφει με παπάδες, όταν συνέρχεται, έπειτα από βδομάδες, για να εξορκίσει εις επήκοον σύσσωμης της κοινότητος το ακάθαρτο, καταχθόνιο, δαιμόνιο, απατηλό, αναιδές, φιλόνικο και νυκτίλαλο πνεύμα. Απολαμβάνει ο Μανώλης την τελετή και γελά υποχθόνια μέσα απ’ το έρκος των οδόντων του. Δεν τολμά να αποκαλύψει το μυστικό του· τρέμει το ραβδί που θα φυλλομετρήσει τα άσαρκα πλευρά του. Το ανακάλυψε όμως ο πατέρας του, αγρικώντας κάποτε το χαμένο του κουδούνι να περιφέρεται μες στη νύχτα. Κατάλαβε. -«Ωωω Μανώωωωληηη», του κάνει με ύφος. Τόσο πολύ φοβήθηκε ο πιτσιρικάς που πήρε κι αυτός τα βουνά, ξεκουδούνωτος, να κάνει παρέα του γάτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου