theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Ο αντικομμουνισμός ήταν ο κεντρικός πυρήνας του δωσιλογισμού

ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΥΓΗ   
Με τους ιστορικούς περιπάτους στα αθηναϊκά τοπόσημα της Κατοχής έβγαλε χιλιάδες κόσμο στους δρόμους της Αθήνας. Με το καινούργιο βιβλίο του «Οι Δωσίλογοι». Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στρώνει στο διάβασμα χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλίο αναφοράς για την ιστορική γνώση της κατοχικής περιόδου και για το φαινόμενο της συνεργασίας με τον κατακτητή, αποτελεί ταυτόχρονα εκδοτικό γεγονός, έχοντας πουλήσει πάνω από 6.000 αντίτυπα πριν συμπληρωθούν δύο μήνες από την κυκλοφορία του. Πρωτόγνωρο για επιστημονική μελέτη. «Η συνεργασία με τον κατακτητή εξακολουθεί να είναι ένα θέμα ταμπού, το οποίο όμως παράλληλα απασχολεί το κόσμο, υπάρχει στη συλλογική μνήμη» εξηγεί ο γνωστός ιστορικός. Το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη
δεν κυνηγάει φαντάσματα του παρελθόντος. Η μελέτη του για τη συνεργασία με τον κατακτητή στον Νομό Αττικής τεκμηριώνει τα ιστορικά γεγονότα, προσφέρει επαρκή γνώση για την πιο τραυματική συνθήκη που γέννησε η Κατοχή. «Η μνήμη του δωσιλογισμού και η αδικία είναι ακόμα ενεργά» λέει ο συγγραφέας και καθώς συζητάμε εξηγεί τον ρόλο της Δικαιοσύνης και τις συνέπειες της ατιμωρησίας των συνεργατών του κατακτητή, την ενσωμάτωσή τους στον κρατικό μηχανισμό, την εξέλιξη και τις συνέπειες της δράσης τους. «Ο αντικομμουνισμός ήταν ο κεντρικός πυρήνας του δωσιλογισμού» υπογραμμίζει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης και μας βοηθάει να κατανοήσουμε τις απαρχές και την εξέλιξη του φαινομένου, τις πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές επεκτάσεις του, ποιους και γιατί εξυπηρέτησε το αφήγημα ότι με τους κατακτητές συνεργάστηκε μια μειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και γιατί δεν μαθαίνουμε τίποτα στο σχολείο ούτε μιλάμε στη δημόσια σφαίρα γι’ αυτή την τραυματική περίοδο της πρόσφατης Ιστορίας μας.
     Με τους «Δωσίλογους» φέρνεις στη δημόσια σφαίρα μια από τις πιο σκληρές σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας μας. Γιατί ασχολήθηκες μ’ αυτή την τραυματική συνθήκη;
Λίγο πολύ τα πράγματα ήρθαν μόνα τους. Ασχολούμαι παραπάνω από είκοσι χρόνια με την περίοδο της Κατοχής. Το πρώτο βιβλίο μου έβλεπε την πλευρά της Αντίστασης στην Αθήνα. Το δεύτερο τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών. Σε αυτά το ζήτημα της συνεργασίας ήταν διαρκώς παρόν, αλλά ποτέ στο επίκεντρο της μελέτης. Με το τρίτο βιβλίο εστιάζω στη δράση της «απέναντι» πλευράς αυτής της συνεργασίας. Χωρίς να είναι σχεδιασμένο από την αρχή, κλείνει ας το πούμε μια τριλογία γύρω από την κατοχική περίοδο στην Αθήνα και γενικότερα στην Αττική.
Πότε άνοιξε ο δρόμος της συνεργασίας με τον κατακτητή, που, όπως υποστηρίζεις, ήταν και πολιτική και ιδεολογική;
Αυτό που προκύπτει ξεκάθαρα από την έρευνα είναι ότι από την πρώτη μέρα με τη συγκρότηση της κυβέρνησης του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου ξεκινάει η πολιτική-διοικητική συνεργασία με τον κατακτητή. Δεν ήταν μόνο οι τρεις κατοχικές κυβερνήσεις, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού που αυτές ενσωμάτωσαν, μέσω της συνεργασίας, στον μηχανισμό των Αρχών Κατοχής. Στη συνέχεια και για να πολεμήσουν ενάντια στο ΕΑΜ, που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ελληνική αντιστασιακή οργάνωση, οι κυβερνήσεις συνεργασίας έδωσαν αμιγώς ιδεολογικό χαρακτήρα στην πολιτική τους, επικαλούμενες τον κομμουνιστικό κίνδυνο.
Είναι σοκαριστικό για τον αναγνώστη όταν διαβάζει στο βιβλίο σου ότι με τους κατακτητές δεν συνεργάστηκε μια μικρή μόνο μειοψηφία Ελλήνων και δεν συνεργάστηκε με τη βία. Αλήθεια, ποιους εξυπηρέτησε αυτό το αφήγημα που τεκμηριωμένα καταρρίπτεις;
Το αφήγημα μιας μικρής μειοψηφίας που συνεργάστηκε με τους κατακτητές εξυπηρέτησε την πλευρά της συντηρητικής παράταξης, γιατί το στίγμα της συνεργασίας βάρυνε τη μεταπολεμική εθνικόφρονα Δεξιά. Επίσης, μέσα από το αφήγημα της Αριστεράς περί παλλαϊκής μαζικής Αντίστασης το φαινόμενο της συνεργασίας περιοριζόταν σε μια μικρή μειοψηφία Ελλήνων. Το αφήγημα αυτό υιοθετήθηκε από την Αριστερά στην προσπάθειά της να νομιμοποιηθεί στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή μεταπολεμικά. Μην ξεχνάμε ότι για πάρα πολλά χρόνια το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν παράνομο και μέσα από την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης διεκδικούσε να νομιμοποιηθεί στην ελληνική πολιτική ζωή, κάτι που έγινε από το 1974 και μετά.
Ποιες ήταν οι βασικές συνέπειες της συνεργασίας με τους κατακτητές;
Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της συνεργασίας ήταν η βίαιη και εκτεταμένη ανακατανομή του πλούτου. Κυρίως αυτό το βλέπουμε στις μαζικές αγορές ακινήτων κατά την περίοδο της Κατοχής. Βλέπουμε ότι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τις έκτακτες συνθήκες του πολέμου για να πλουτίσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όπως δείχνω σε πολλές περιπτώσεις στο βιβλίο, απαραίτητη προϋπόθεση για να αναπτυχθεί η συνεργασία με τον κατακτητή ήταν η επιβολή ενός καθεστώτος πλήρους ανομίας από τις ελληνικές, τις γερμανικές και τις ιταλικές Αρχές, το οποίο εξασφάλιζε ασυλία για κάθε έγκλημα που διέπρατταν όσοι συνεργάζονταν. Όλα αυτά, επειδή αφορούσαν ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, θύτες και θύματα, πέρασαν βαθιά στη μνήμη των ανθρώπων και διαμόρφωσαν αντιλήψεις που αργότερα επηρέασαν τη σχέση κάθε πολίτη με το κράτος.
Αυτές οι συνέπειες πώς εμφανίζονται μεταπολεμικά στην κοινωνία, στην πολιτική και στην οικονομική ζωή;
Ενα τεράστιο θέμα είναι να δούμε τι συνέπειες έχει και με ποιον τρόπο διαχέεται μεταπολεμικά στην ελληνική κοινωνία αυτή η απίστευτη βία που άσκησαν οι Έλληνες συνεργάτες του κατακτητή κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η βία αυτή στιγμάτισε τους ανθρώπους που την έζησαν και καθόρισε τη ζωή τους μέχρι το τέλος της. Η βία της Κατοχής, ακόμα και ως λήθη, πέρασε στην επόμενη γενιά. Αυτά τα πράγματα που ήταν απαγορευμένα, λογοκριμένα, όσα δεν συζητούνταν στην οικογένεια, είναι και αυτά μια μορφή βίας. Μια άλλη πολύ σημαντική επίπτωση της συνεργασίας αφορά τη σχέση μη εμπιστοσύνης που έχει αναπτύξει ο Έλληνας πολίτης με το ελληνικό κράτος. Μετά τον πόλεμο όλες οι κοινωνίες εισήλθαν σε μια διαδικασία ανασυγκρότησης. Στην ελληνική περίπτωση, περισσότερο από ό,τι συνέβη στην υπόλοιπη Ευρώπη, ένα σημαντικό μέρος της ανασυγκρότησης του κράτους στηρίχθηκε στην ενσωμάτωση όσων κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες του κατακτητή μετά τις μαζικές απαλλαγές και αθωώσεις τους από την ελληνική Δικαιοσύνη και βέβαια στον κατοχικό κρατικό μηχανισμό που δεν εκκαθαρίστηκε ποτέ. Η μη εκκαθάριση του κατοχικού κρατικού μηχανισμού και η ενσωμάτωση σε αυτόν, μεταπολεμικά, όσων συνεργάστηκαν με τον κατακτητή προκάλεσαν μια σειρά από παθογένειες στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, μερικές από τις οποίες φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.
Θεωρείς ότι ήταν κομβικός ο ρόλος της Δικαιοσύνης για το τραύμα της ελληνικής κοινωνίας;
Η Δικαιοσύνη έπαιξε κεντρικό ρόλο όχι μόνο στη διατήρηση του τραύματος, αλλά και στο να βαθύνει αυτό περισσότερο. Η δικαιοσύνη ήταν σε μια διατεταγμένη υπηρεσία την περίοδο που έγιναν οι δίκες των δωσιλόγων, κυρίως 1946-1948, με στόχο την απαλλαγή και την αθώωση των ανθρώπων που κατηγορούνταν ως συνεργάτες των κατακτητών. Την ίδια ακριβώς περίοδο έχουμε τη συγκρότηση του κράτους των εθνικοφρόνων, το οποίο δομείται πάνω στο θεμέλιο του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού αποκλεισμού των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων τους. Συνεπώς, η Δικαιοσύνη ήρθε να απαλλάξει από το στίγμα της συνεργασίας όσους συνεργάστηκαν για να μπορέσουν αυτοί να ενσωματωθούν εκ νέου στον κρατικό μηχανισμό, όπως μας έχει δείξει και ο Δημήτρης Κουσουρής στο βιβλίο του για τις δίκες των δωσιλόγων. Ο ρόλος που έπαιξε η μεταπολεμική ελληνική Δικαιοσύνη στη μαζική απαλλαγή και αθώωση όσων συνεργάστηκαν με τον κατακτητή δημιούργησε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στον θεσμό.
Αυτό το τραύμα θεωρείς ότι επιβιώνει στις μέρες μας;
Οπως κάθε τραύμα, έτσι κι αυτό, αν δεν εκλογικευτεί, αν δεν το συζητήσουμε, εξακολουθεί να παραμένει τραύμα. Το ζήτημα είναι να σταθούμε τίμια απέναντι στο παρελθόν μας, να μιλήσουμε γι’ αυτά τα ζητήματα όχι για να συμφιλιωθούμε με αυτό, αλλά για να το κατανοήσουμε. Η κατανόηση του παρελθόντος θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τις ζωές μας στο παρόν. Επίσης, θα μας βοηθήσει να μετατρέψουμε την ανοιχτή πληγή από τραύμα σε εργαλείο κατανόησης του δύσκολου αυτού παρελθόντος, που δεν είναι και τόσο μακρινό.
Γιατί δεν έχει μιληθεί τόσα χρόνια αυτή η ιστορία;
Δεν μίλησαν οι θύτες, αυτοί που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, γιατί ήθελαν να ξεχαστεί το σκοτεινό παρελθόν τους, να σβήσουν τα ίχνη τους. Δεν μίλησαν, επίσης, πολλά από τα θύματα γιατί ήθελαν να προστατεύσουν τα παιδιά τους, τους εαυτούς τους και πολλοί απ’ αυτούς ήθελαν να ξεχάσουν. Η λήθη ήταν και η δική τους επιλογή. Συνεπώς, υπήρχαν πολύ σημαντικοί λόγοι και από την πλευρά των θυτών και από την πλευρά των θυμάτων να ξεχαστεί αυτό το παρελθόν.
Πόσοι άνθρωποι χάθηκαν την περίοδο της Κατοχής;
Δεν έχουμε μελέτες συνολικά για τη χώρα, έχουμε κατά τόπους. Εγώ μετά από μια πολυετή έρευνα που κάνω έχω αναλυτικά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές για τον Νομό Αττικής. Αυτή τη δουλειά θα πρέπει να την κάνουμε σε πανελλαδικό επίπεδο και είναι κρίμα που ογδόντα χρόνια δεν έχουμε καταγράψει τουλάχιστον τους νεκρούς που είχαμε κατά την περίοδο της Κατοχής.
Γιατί δεν τους έχουμε καταγράψει;
Γιατί δεν υπήρχε η πολιτική βούληση. Θα μπορούσε, όπως έχει γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το ελληνικό κράτος, η Κεντρική Κυβέρνηση, τα πανεπιστήμια, η Τοπική Αυτοδιοίκηση να χρηματοδοτήσουν ερευνητικά προγράμματα ανά περιφέρεια, τα οποία θα κατέγραφαν ανθρώπινες και υλικές απώλειες.
Εντύπωση προκαλεί, επίσης, στον αναγνώστη του βιβλίου σου ότι η πολύ μεγάλη βία δεν ασκήθηκε τόσο από τους Γερμανούς, όσο από τους συνεργάτες τους.
Οι Έλληνες συνεργάτες είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις επιχειρήσεις καταστολής του εαμικού αντιστασιακού κινήματος. Στα μπλόκα, στις μάχες, στις εφόδους σε συνοικίες πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας, με τους Γερμανούς να περιορίζονται σε έναν εποπτικό ρόλο, ενώ υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου οι ελληνικές δυνάμεις επιχειρούσαν μόνες τους, χωρίς την παρουσία Γερμανών. Λόγω αυτής της εικόνας έχω εισαγάγει στο βιβλίο τον νέο όρο «ελληνικός στρατός Κατοχής».
Τελικά, τι ήταν αυτό που όπλισε το χέρι των δωσιλόγων; Ο φόβος, η απληστία, το χρήμα, ο αντικομμουνισμός;
Ο αντικομμουνισμός ήταν ο κεντρικός πυρήνας του δωσιλογισμού, είναι σίγουρα κεντρικό ζήτημα σε ό,τι είχε να κάνει με τον κρατικό μηχανισμό. Αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά, τη συνέχεια του ελληνικού κράτους από τον Μεσοπόλεμο στην Κατοχή και τελικά στη μεταπολεμική περίοδο. Αν εστιάσουμε την προσοχή μας σε ιδιώτες, επιχειρηματίες, τυχοδιώκτες, πράκτορες των Γερμανών, θα πρέπει να εξετάσουμε και άλλους παράγοντες. Σίγουρα και στη δική τους περίπτωση ο αντικομμουνισμός ήταν ένα σημαντικό κίνητρο, καθώς σε περίπτωση που μεταπολεμικά κυριαρχούσε το ΕΑΜ θα έπρεπε να λογοδοτήσουν και άρα να χάσουν τα κέρδη τους, πολλοί και τη ζωή τους. Όμως μπαίνουν κι άλλα ζητήματα, όπως ο εύκολος και γρήγορος πλουτισμός, τα υλικά αγαθά που αποκτούσαν μέσα από ληστείες, εκβιασμούς, τη μαύρη αγορά και, βέβαια, με τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς. Αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της μελέτης μου που αποτυπώνεται στο βιβλίο: να εξετάσουμε τα διαφορετικά κίνητρα δηλαδή, τα διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεις στην έρευνα των αρχείων. Είναι εύκολη η πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της περιόδου;
Οχι. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ένα ζήτημα αφορά την εσκεμμένη καταστροφή αρχείων. Για πολλές δεκαετίες άτομα που έφεραν το στίγμα του συνεργάτη συνέχισαν να στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό και είχαν τον χρόνο και τη δυνατότητα να διαγράψουν τα κατοχικά τους ίχνη, καταστρέφοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. Ένα άλλο ζήτημα έχει να κάνει με την απαγόρευση πρόσβασης σε σημαντικά αρχεία. Το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να κρατάει κλειστά κάποια πολύ σημαντικά αρχεία, αν και έχουν περάσει ογδόντα χρόνια από τότε. Τα αρχεία των Σωμάτων Ασφαλείας και τα αρχεία του υπουργείου Εσωτερικών στα χρόνια της Κατοχής είναι τα πλέον σημαντικά. Έγινε μια προσπάθεια την περίοδο 2015-2018, όταν ο Γιάννης Πανούσης και ο Νίκος Τόσκας ήταν υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, για να ανοίξουν αυτά τα αρχεία. Ήμουν από τους τυχερούς που έτυχε να κάνω την έρευνά μου τη σύντομη αυτή περίοδο που επιτρεπόταν η πρόσβαση και κατάφερα να εντοπίσω σημαντικές πηγές, τις οποίες χρησιμοποίησα και στο βιβλίο. Αυτά τα αρχεία με την αλλαγή της κυβέρνησης το 2019 ξανάκλεισαν. Είναι θέμα Δημοκρατίας η πρόσβαση όχι μόνο ιστορικών, αλλά όλων των πολιτών στα αρχεία των Σωμάτων Ασφαλείας, στα στοιχεία που έχουν καταγράψει για εμάς. Είναι θέμα Δημοκρατίας, λοιπόν, να ανοίξουν αυτά τα αρχεία και ελπίζω να βρεθεί μια κυβέρνηση που θα πάρει αυτή την πρωτοβουλία και θα το πράξει.
Στο βιβλίο σου η συνεργασία με τον κατακτητή έχει ονοματεπώνυμα. Είναι σημαντικό να προσωποποιείται η Ιστορία;
Δεν γίνεται να γράψουμε ιστορία χωρίς ονόματα. Δεν γίνεται να γράψουμε ιστορία λέγοντας ότι ο Μ. Κ. έκανε αυτό στον Δ. Ζ. Αυτό δεν είναι Ιστορία. Γι’ αυτόν τον λόγο στο βιβλίο μου προσωποποιώ το φαινόμενο της συνεργασίας, όπως είχα προσπαθήσει να προσωποποιήσω το φαινόμενο της Αντίστασης στο πρώτο μου βιβλίο. Είναι σημαντικό να δούμε ποια είναι τα προσωπικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που συνεργάστηκαν.
Το βιβλίο μέσα στο πρώτο δεκαήμερο της κυκλοφορίας του έκανε τη δεύτερη έκδοση, τώρα είναι στο κατώφλι της τέταρτης. Πού αποδίδεις αυτή την εντυπωσιακή ανταπόκριση του κόσμου για μια επιστημονική μελέτη;
Περίμενα ότι αυτό το βιβλίο θα έχει εκδοτική επιτυχία, δεν περίμενα όμως ότι πριν συμπληρωθούν δύο μήνες θα έχει μπει στην 7η χιλιάδα, κάτι πρωτόγνωρο για επιστημονικό σύγγραμμα. Ένας από τους λόγους της εμπορικής επιτυχίας του βιβλίου είναι ότι η συνεργασία με τον κατακτητή εξακολουθεί να είναι ένα θέμα ταμπού, το οποίο όμως παράλληλα απασχολεί τον κόσμο, υπάρχει στη συλλογική μνήμη. Ένας άλλος λόγος έχει να κάνει με την αδυναμία πρόσβασης στην επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση. Ο κόσμος ενδιαφέρεται για να μάθει, όμως δεν έχει πρόσβαση σε αυτή τη γνώση. Αυτό νομίζω ότι είναι το βασικό. Η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στο γεγονός ότι η συνεργασία με τον κατακτητή, αν και εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία, εδώ και ογδόντα χρόνια έχει καταδικαστεί στη θεσμική λήθη. Είναι μια γνώση εσκεμμένα κρυμμένη, αποσιωπημένη από το ευρύ κοινό, είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν μαθαίνουμε στο σχολείο ή κατά τη διάρκεια των εθνικών επετείων. Όμως η μνήμη του και το αίσθημα αδικίας είναι ακόμη ενεργά. Μπορεί τα γεγονότα να τελειώνουν, κάποια στιγμή όμως η μνήμη τους διαρκεί πολύ περισσότερο. Αυτό πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας ιδίως όταν η μνήμη αυτή είναι τραυματική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου