theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

…«Άι, τέλ(η) τουτ(ου)νού του μήνα, ιέχουμι Πασχαλιά

Απόσπασμα από το βιβλιό 
[Από την Άννα -Βέρα Κωνσταντίου
την καλή μας φίλη από την Καρδίτσα]

«Άι, τέλ(η) τουτ(ου)νού του μήνα, ιέχουμι Πασχαλιά…Να κρατήστι φέτους, να μιταλάβιτι τη Λαμπρή…τράνιψάταν τώρα!…» Διάταζι η γιαγιά η Λισάβου «…Πόριψι ξιρή μου κ(οι)λιά, ώσπου νά ’ρθ(ει) η Πασχαλιά!»

Σα (γ)κόντιβι η Πασχαλιά, ήμασταν κάθις βράδ(υ) στην ικκλησία. Δεν έλειπάμαν ούτις απού χιριτισμούς, ούτις απού αγρυπνία! Μι τα βιβλιαράκια στα χιέρια, μία παρέα κουντά στου ψαλτήρ(ι) του Νώντα, άλλ(η) παρέα στου ψαλτήρ(ι) του Κώτσιου του Λιάκου, άλλις παραπέρα στα στασίδια, αντιλαλούσι η ικκλησία απ’ τα «…η ζωή εν τάφω…» και «…αι γενεαί αι πάσαι…»


Στα χέρια κρατούσαμαν κι απού μία αναμμέν(η) λαμπάδα. Αυτό του λιγουστό φως, μαζί μι τα κιριά στα μανάλια κι τα καντήλια να τριμουσβήνουν, οι ψαλμουδίις, ούλα μαζί σι έκαναν να ινώθ(ει)ς, πως είσι στ’αλήθκεια κουντά στου Θιό, μες στου σπίτι τ’! Μας άριθι να πιρνάμι κι απού κάτ’, απ’ τουν ιπατάφιου. Αυτός ήταν στουλ(ι)σμένους μι ίτσια, δακράκια, παπαρούνις, τραντάφ(υ)λλα, κι ένα σουρό άλλα λουλούδια, απ’ μάζουναν τα κουρ(ι)τσούλια, αφού έφταναν όους πίσου στου Κουφουμάρμαρου, για να βρουν κουρκουσούλις, λιόκρια κι ντρήμιρα, να του(ν) (γ)καλουστουλίσουν!

Μι τέθχοια έμουρφα κι μυρουβόλα λουλούδια, στόλ(ι)ζαν κι τα καλαθάκια, για να τραγ(ου)δήσουν στα σπίτια, του Λάζαρου, να μάσουν κάνα αβγό! Τα λουλούδια, τα γύριβαν μέρις πριν, τρουϊρνώντας πίσου στουν Αϊ Λια, κι τα κρατούσαν στου νιρό, να μη μαραγκιάσουν. Τα κουρίτσια, δεν τραγ(ου)δούσαν, ούτις τη (μ)Προυτουχρουνιά, ούτις τα Φώτα, ινώ ιμείς τα πιδγιά, δεν τραγ(ου)δούσαμαν τα Λαζάρ’. Του καλό για μας ήταν, ότις τα κουρίτσια μαζώναν μαναχά αβγά, ινώ ιμείς τα ξυπνουπούλια μάζουνάμαν παράδις!
Τη (μ)Πασχαλιά, στου «δεύτε λάβετε φως», αμπ(η)δούσαμαν μι τσι λαμπάδις σα σπαθιά στα χιέρια, κι η παπα-Κώστας, έκανι σια πίσου λαχταρισμένους, μήκι τουν βγάλουμι τα μάτια. Τ’άψιουνι όμους ούδιτότις, κι μας ανάγκαζι καταβουλαδιάζουντάς μας, να μπούμι σι κάποια σειρά.
Ικκλησιασμό πάντους, είχι ουπουσδήπουτις κάθι Κυριακή! Στου σπίτ(ι), κάθις Σάββατου βράδ(υ), είχαμαν άλλαμα. Ζέστινι νιρό η μάνα στουν τέντζιρ(ι), ήφιρνι τη σκαφίδα, απ’ του πλυσταριό, μες στου μαντζάτου, πο’ ’κανι ζέστα, κι μας έλουζι. Πάεινι κι ’κείνου του πράσινου, του διαουλ(ου)σάπ(ου)νου, μες στα μάτια, κι έτσουζαν σάματ(ι) να καθάρ(ι)ζις κρουμμύδια! Έλιγα αμάν, όσου να μι καναλίσ(ει), αλλά κι πάλις καλό δεν ίβρισκνα…
«Γε μου, γέ μου λέρις!» θαμαίνουνταν η μάνα, ινώια ιγώ έσκουζα:
«Μι ζ(ι)μάτ(ι)σις μα, μι ζ(ι)μάτ(ι)σις!…Άφτου κάτ’ κι αραίουστου λίγου, χλιο του θέλου, μι ζ(ι)μάτ(ι)σις σι λιέου…ου λα λα!»
Σκιάζουνταν η έρμνια, μήκι μας πουντιάσ(ει), κι προυκειμένου να μας πιάσ(ει) κανιά παλαβανάγκ(η), προυτίμαγι να μας ζ(ι)ματίσ(ει). Μας τλούπουνι ουδιτότις, μι νια πιτσέτα να σφουγγ(ι)στούμι, κι ινώια τουρτούρ(ι)ζαμαν σα γυφτάκια, μας έδουνι να βάλουμι νια ζιστιά αλλαξιά, καθαριά.
«Αμ, έτσια καθαρός, να μουσκουβουλάει, πααίν(ε)ι η κόσμους στην ικκλησιά! Να κρατούσις κιόλας γιούτσ(ι)κι μ’, να μιταλάβινις, ακόμα καλύτιρα!» μι διάταζι η γιαγιά η Λισάβου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου