theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΑ!

 

Τα παπουτσάκια
Την άλλη μέρα βάλαμε τα παπουτσάκια σου στο τραπέζι. Αυτά που άφησες στον φούρνο αποβραδίς. Και το πρωί έφυγες για πάντα. Ξαφνικά. Δίχως να σε αποχαιρετήσω. Δεν τα ήθελα. Τα κοίταζα στο πιάτο σαν να έφταιγαν κι αυτά που έσπασε η καρδιά σου, σαν να σε κούρασε η φροντίδα για μας. Ηξερα πως θα στεναχωριόσουν, αφού κάθε φορά ρωτούσες: Πείτε μου, έγιναν καλά;

Τέλεια, λέγαμε όλοι με μια φωνή. Μα τούτα τα παπουτσάκια, μάνα μου ακριβή, είναι δύσκολο να τα βάλω στο στόμα μου. Τα κοιτώ κι εκατομμύρια μικρές αναμνήσεις κατακλύζουν την ψυχή μου. Κάθε πιρουνιά τη γεμίζω δάκρυα αλμυρά. Κι εγώ, κι ο πατέρας, κι ο αδερφός. Εμείς οι τέσσερις που τόσα περάσαμε μαζί κι αντέξαμε γιατί ήσουν ο βράχος μας, το γέλιο μας, η χαρά και το κουράγιο μας. Μάνα, έψαχνα όλη νύχτα το αθάνατο νερό, αυτό που φέρνει πίσω τους ανθρώπους. Μα δεν το βρήκα, μάνα μου, κι όλοι μου λένε πως δεν υπάρχει. Να ξέρεις, το ήξερες, πως αν υπήρχε θα πήγαινα με τα πόδια να το βρω ακόμα κι αν ήταν σε βαθύ γκρεμό ή σε μεγάλη θάλασσα.

Εχτές επάσκιζα να βρω // τρόπο να κλέψω από το Δράκο,// για σε τ’ αθάνατο νερό,
για σε που πας να μπεις στο λάκκο.
Και τώρα ψάχνω για να βρω //λόγια να πω ένα μοιρολόι // απ’ τον καημό μου πιο πικρό
και πιο πικρό κι απ’ την αλόη.

Ολοι μού λένε ότι είσαι μέσα μου, μα δεν σε νιώθω και ησυχία δεν έχω. Ξέρω ότι ήσουν περήφανη για μένα. Σου έλεγαν οι γείτονες, «διαβάζουμε την κόρη σου» κι εσύ καμάρωνες. Μου ’λεγες: Παιδί μου, πώς τα γράφεις αυτά, πού τα ’χεις κρυμμένα;
Εσύ, μάνα μου, μου ’δινες ψυχή κι εγώ έγραφα, κι έγραφα, κι έγραφα. Τις περιπέτειές μας. Πόση απόφαση, πόση δύναμη είχες μέσα σου, να μας αρπάξεις μικρά παιδιά και να μας φέρεις απ’ το χωριό στη μεγάλη πόλη. Για να ζήσουμε καλύτερα. Εσύ μας στήριξες στις δύσκολες στιγμές, μα ήσουν κι η πηγή που πίναμε χαρά. Πάνω από όλα εσύ με έμαθες να αγαπάω τους ανθρώπους, να βοηθάω όποιον είχε ανάγκη, να μοιράζομαι τα λίγα που έχω και να είμαι περήφανη και γενναία. Εσύ που δεν σε άφησαν σε χλωρό κλαρί γιατί ο πατέρας σου ήταν πρωτοπαλίκαρο του Αρη.
Μα τώρα, τούτα τα παπουτσάκια, μάνα μου, παινεμένη μαγείρισσα, δεν μπορώ, δεν μπορώ, μάνα, να τα φάω, συγχώρα με.
ΕΦΣΥΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου