theodoroskollias@gmail.com // 6946520823
Aλήθεια ποιος φταίει για την κατάντια της χώρας μας;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΛΕΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΛΕΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ "ΤΡΥΦΕΡΉΣ" ΕΠΑΡΧΙΑΣ

 Ανθρώπινο είναι να αγιάζεις τα γένια σου. 
Και οι παπάδες αυτό πρωτοκάνουν. Άλλοι
 το θεωρούν ότι είναι αδυναμία κι άλλοι 
αντιθέτως ευχή και επικρότηση του
 εαυτού σου. Ότι και να είναι, 
πάντως  το ακολουθούμε.

   Λοιπόν πάλι σήμερα πρώτη μας ανάρτηση είναι το 1ο  βιβλίο μου "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΙΜΑΤΩΝ ΓΙΑ  ΑΝΘΡΏΠΟΥΣ ΚΑΙ ΖΩΑ".  
   Την εποχή εκείνη στην Αμαλιάδα μεσουρανούσε το "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ" μια εβδομαδιαία εφημερίδα που λόγω ποιότητας ήταν το στολίδι και το μεγάλο προτέρημα ολόκληρης της Ηλείας. Εκδότης και πρωτεργάτης η Ελένη Σκάβδη. Μεγαλειώδης προσπάθεια και πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο Ηλείος Μπερλουσκόνι από τότε ήταν γενικός ντερβέναγας στο χώρο του τύπου και όχι μόνο, Τέλος πάντων. Αρκετό καιρό  μετά την έκδοση του βιβλίου, κι αυτό έχει μεγάλη σημασία, το παρουσίασε αυτή η εφημερίδα αφιερώνοντας μάλιστα δύο σελίδες και δημοσιεύοντας το πρώτο κείμενο "Ο τοκετός της Μαριώς". Υπογράφουν η ίδια η εκδότρια και ο γεωπόνος-συγγραφέας Τάκης Λαϊνάς από τα σπουδαία Λεχαινά, που επαξίως συνεχίζουν την πνευματική παράδοση και τη σκυτάλη από την εποχή του Ανδρέα Καρκαβίτσα!


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

΄΄ΕΞΗΝΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ΄΄


ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ 
ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ ΓΙΑ 
ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΖΩΑ 
Λάρισα, 110 Π.Μ.(Πτέρυγα Μάχης), 25 Απριλίου 1980, 6.40 το πρωί.
Άρχιζε αισίως η ‘’εξήντα και μία’’. Η τσατσάρα μου ποτέ δεν έκανε λάθος. Τα δόντια της έσπαζαν το ένα μετά το άλλο, αλλά από τη στιγμή που έσπασα την εκατοστάρα, οι ημέρες δεν περνούσαν με τίποτε. Είχα φάει και την κανονική και όλα μου φάνταζαν μαύρα. Το ένα τριβέλι πάνω στο άλλο. Βέβαια, τα σπασίματα των καραβανάδων τα είχα ξεπεράσει πλέον. Δε βαριέσαι, έλεγα, θα κάτσω να χαλάσω τη ζαχαρένια μου με τέτοια; Ο καθένας ότι διαφημίζει είναι: Ο μανάβης τις ντομάτες του, ο γύφτος τα καρπούζια του και οι καραβανάδες τις μαλακίες τους. Μέτραγα με την τσατσάρα μου τις μέρες που θα έπαιρνα το απολυτήριο και όλα τ΄ άλλα τα πέρναγα φάλτσα.
Το μόνο καλό εκεί ήταν ότι δεν είχαμε νταραβέρια με σκοπιές και μαυρίλα, καθότι είμαστε γιατροί, νοσοκόμοι και οδηγοί των Ambulance. Σαν να είμαστε από άλλο πλανήτη, όλοι μας μακάριζαν, αλλά όπως και να το κάνεις, στρατός ήταν, πειθαρχία, ωράρια, χαιρετούρες και σία.
Λοιπόν, η ‘’εξήντα και μία’’ άρχισε με τα πρωινά μας καφεδάκια να αχνίζουν πάνω στο γραφείο της γραμματείας του γιατρείου της μονάδας. Ο προϊστάμενος όπως και ο υποπροϊστάμενος, γιατροί και οι δύο, δεν είχαν έρθει ακόμη. Ρουφάγαμε τα καφεδάκια μας και απολαμβάναμε τον καπνό του τσιγάρου μας. Όλοι καμία δεκαριά είμαστε, πίναμε καφέ τούρκικο, άλλος μέτριο, άλλος γλυκό.
Μόνον ο Αποστόλου ο οδοντίατρος έπινε νεσκαφέ. Η ετοιμασία όμως ήταν σκέτη ιεροτελεστία. Τον χτύπαγε με ειδικό μαχαίρι ώσπου γινόταν κρέμα. Το τρακ-τρακ είχε γίνει το σήμα κατατεθέν του γιατρείου. Αλλά έφτιαχνε όμως ένα καφέ μούρλια ο μπαγάσας. Ήταν καλλιτέχνης στο είδος του.
Τα πράγματα ήταν όλα εντάξει και το γιατρείο έτοιμο και καθαρό. Μην περιμένετε και πολλά βέβαια, όλα είναι σχετικά και ανάλογα. Πάντως ήμασταν όλοι στις επάλξεις του καθήκοντος. Όπως λέει και το τραγούδι: ‘’είμαστε ορκισμένα τα καημένα’’…
Αγουροξυπνημένοι μεν, αλλά τι να λέμε, τα νιάτα δεν κρύβονται και δεν κάνουν αστεία. Από είκοσι ο Γαλάτης ο νοσοκόμος, μέχρι είκοσι έξι ο μεγαλύτερός μας. Ντούροι και βαρβάτοι λοιπόν όλοι. Γκαστρώναμε γαϊδούρα στον ανήφορο, που λένε στο χωριό μου. Τώρα βέβαια είμαστε μεταξύ του άντα και του ήντα . Αλλά, δεν βαριέσαι, έτσι είναι η ζωή, τα χρόνια κυλάνε σαν το ποτάμι και τα πρόσωπα φεύγουν σαν το νερό. Πόσους και πόσους δε γνωρίζεις στο διάβα της θητείας σου, άσε της ζωής σου.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

ΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΕΧΟΥΝ ΤΙΜΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Είναι από το βιβλίο μου
 "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ"

Η παρέα συναδελφική πέρα για πέρα. Τόπος μάζωξης μια ‘’αλεξανδρινή’’ πρωτεύουσα της Βόρειας Ελλάδας. Παρόντες τα περισσότερα μέλη της κτηνιατρικής οικογένειας του νομού, προεξάρχοντος του σεβάσμιου (ηλικία εισέτι και επιστήμη) Διευθυντή της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας του ίδιου Νομού.
Το θέμα – πρόβλημα μέγα και τρανό, μπήκε εν είδει αστείου. Μια και ο Διευθυντής συνταξιοδοτείται σε λίγους μήνες, προέκυψε θέμα, ποιος θα είναι ο διάδοχος.
Απ΄ όλους τους παρευρισκόμενους έγινε παραδεχτό, ότι προσόντα για την πρωτοκαθεδρία έχουν δυο συνάδελφοι. Ο κύριος…Τάδες και ο κύριος….Δείνας. Αμφότεροι ικανοί, άξιοι και ισοδύναμοι από κάθε πλευρά. Εννοείται, αν κριθούν με τα ίδια μέτρα και σταθμά.
Συμφωνήθηκε λοιπόν από την ομήγυρη –και οι δυο υποψήφιοι το δέχτηκαν– να επιλεγεί όποιος από τους δυο εκφωνήσει το καλύτερο ανέκδοτο.
Εδώ θεωρούμε ανάγκη να κάνουμε μια επισήμανση, γιατί κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, που λένε και στα χωριά μας. Δηλώνουμε ότι εμείς δεν ήμασταν συνδαιτυμόνες, άρα ούτε και αυτήκοες μάρτυρες. Οπότε, δεν βάζουμε την χείρα μας στο Ευαγγέλιο –δεξιά ή αριστερά, εδώ το ίδιο κάνει – για την ακριβή πιστότητα και αλήθεια όσων καταγράφονται. Εμείς απλώς σας τα μεταβιβάζουμε. Άλλος είναι ο κοριός και σ΄ αυτόν πρέπει να κατευθυνθούν οι βολές των πρωταγωνιστών αυτής της αναφοράς.
Αρχίζει λοιπόν ο πρώτος, ο κ. Τάδες:
-Ήταν που λέτε, μια επαρχιακή πόλη στην ηπειρωτική χώρα, κάτι μεταξύ κωμόπολης και πολιτείας. Περιοχή εύπορη, εμπορογεωργοκτηνοτροφική. Οπότε, σαν μια μικρή κοινωνία, είχε όλα τα κουσούρια της νεοελληνικής κιτσαρίας. Κορυφαία ιδεώδη και σύμβολα ήταν η πατρίς, η οικογένεια και η θρησκεία. Η μη διασάλευση της τάξεως, η τιμή, η ηθική και η αξιοπρέπεια – το κούτελο που λένε  - σχημάτιζαν ένα πολύχρωμο καμβά, σαν τις παρδαλές κουρελούδες που στρώναμε μέχρι την προηγούμενη δεκαετία στο σπιτικό μας. Πετάξαμε τις κουρελούδες, χάσαμε την ανθρωπιά μας.
Σ΄ αυτήν την πόλη λοιπόν, χρυσές δουλειές έκαναν τα χασάπικα, με πρώτο και καλύτερο του κυρίου Αλέκου, το ¨Κρεοπωλείον η ωραία Μακεδονία¨

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ*


Πιστέυω ότι το βιβλίο η "ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ " του 
Μάρκου Βαμβακάρη με επιμέλεια της Αγγελικής 
Βέλλου-Κάϊλ.Εκδόσεις Παπαζήση αποτελεί ένα 
από τα διαμάντια της Ελληνικής πεζογραφίας. 
Σας παρουσιάζω ένα απόσπασμα που 
συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου "Αναλόγιο
 Ενθυμημάτων για Ανθρώπους και Ζώα" 
πριν είκοσι χρόνια.

....Όμως εδούλεψα για χρόνια σ΄ αυτή τη δουλειά, εκδορεύς. Από το είκοσι τρία ως το είκοσι εννιά με τριάντα στα σφαγεία Πειραιώς, κι από το τριάντα ως το τριάντα πέντε στα σφαγεία Αθηνών.

Στο μαγαζί του αφεντικού μου του Κονδύλη, καθημερινώς εσφάζαμε περί τα τριάντα γιδοπρόβατα, τέσσερα-πέντε γελάδια, δεκαπέντε-είκοσι γουρούνια. Και εγώ ήμουν υποχρεωμένος, εγώ ο ανειδίκευτος, να φεύγω μια-δύο η ώρα μεσάνυχτα, να πηγαίνω από πάνω απ΄ τον Άγιο Διονύση, στου Παρασκευά Κονδύλη, και να βάζω μπροστά με τον Αριστείδη το μάστορα, τα γελάδια και τα γουρούνια και να τα πηγαίνουμε στα σφαγεία κοντά στα Λιπάσματα. Ν΄ ανάβουμε φωτιά για να τα ζεματίσουμε, πρώτα τα γουρούνια και μετά τα γελάδια, διότι στις οχτώ-εννιά η ώρα θα ερχόταν ο γιατρός για επιθεώρηση. Μετά το γιατρό άρχιζε το μακελειό των γιδοπροβάτων. Στις δύο έπρεπε να τα ‘χουμε καθαρίσει και να πάρουμε την καινούργια παραγγελία για τη νύχτα, τι θα σφάξουμε.
Γρήγορα έγινα μάστορας στο γδάρσιμο. Κοίταζα να μάθω τη δουλειά κι έγινα μάστορας, άσσος. Δηλαδή ως μάστορας, έπρεπε για κάθε πράμα να το σφάξεις και να ξέρεις να το συγυρίσεις, να το κάνεις τέσσερα κομμάτια, να το σχίσεις με τη μαχαίρα, να το στείλεις κάτω έτοιμο προς κόψιμο λιανικώς, εκεί στο μαγαζί.
Τ΄ αρνιά δεν τα ‘σφαζα εγώ όταν έγινα μάστορας. Τα ‘σφαζε ένας άλλος πιτσιρίκος που εφούσκωνε. Εγώ ήπρεπε να πιάσω να τ΄ ανοίξω και να τα κρεμάσω απάνω, να τα γδάρω, να βγάλω το τομάρι τους. Η και να τα συγυρίσω πάλι, δηλαδή να βγάλω τα εντόσθιά τους, τα βρώμικα κει από μέσα, να τα πετάξω και να το ‘τοιμάσω, να τα βάλω στο πέσι, στα σίδερα απάνω, να στραγγίσει κανά δυο-τρεις ώρες, να ‘ρθει ο γιατρός να τα κοιτάξει.
Πώς σφάζεται το κάθε πράμα. Το αρνί το πιάνει, το ρίχνει κάτω, το πατάει και το σφάζει. Του κόβει το λαιμό μ΄ ένα μαχαίρι. Σπαρταράει κάπου περίπου δέκα λεπτά. Μόλις του κόβει το λαιμό το κρατάει με το πόδι δυο-τρία λεπτά για να ξεθυμάνει και μετά σπαρταρούσε στη γης μοναχό του. Μετά το φουσκώνει για να το γδάρει. Αυτό γίνεται από το φουσκωτή, ο οποίος του ανοίγει τα όπισθεν για να το πάρω εγώ, να είναι ανοιχτό να το γροθιάσω. Με το χέρι γροθιά έτσι, το γροθιάζω, και του βγάζω το τομάρι όλο. Και εδώ στο στήθος ρίχνουμε πέντε, έξι, οχτώ μαχαιριές γιατί δεν βγαίνει αλλιώς. Βγαίνει το τομάρι του ακέραιο, το βάζαμε στο τσιγγέλι, έμενε έτσι, μετά το βάζαμε πάρα κάτω να το πάρει ο άλλος μάστορας, αν υπήρχε, να το ξεκοιλιάσει. Να του βγάλει τις βρώμες, τα άντερα, τη χολή, τα κάτουρα από τη φούσκα και τελείωσε. Τα κατσίκια, τα ίδια κι απαράλλαχτα.
Τα βόδια τα παίρναμε απ΄ τη μάντρα και τα πηγαίναμε στο σφαγείο, τα δέναμε σ΄ έναν χαλκά εκεί, μέχρι να ‘ρθει η ώρα να τα σφάξουμε.
Μόλις έρθει η ώρα, το ‘παιρνα το βόδι, το ΄δενα εκεί στο χαλκά

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΟΓΑ

Είναι ένα κείμενο που περιλαμβάνεται 
στο βιβλίο μου "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ"
 και αναφέρεται στα αλλοτινά 
χρόνια όταν δούλευα στην Ανδραβίδα 
ως αγροτικός κτηνίατρος.
      Και ας πάμε πάλι στα περί την Ανδραβίδα. Μια και όπως έχω τονίσει πολλάκις είναι ο τόπος που έχω περάσει πολλά από τα καλλίτερα μου χρόνια και μάλιστα στην πρώτη μου ώριμη νιότη, στη δεκαετία του ΄80 Βεβαίως με τόσα και τόσα που την  έχω στολίσει  κινδυνεύω να με στιγματίσετε τοπικιστή μαζί με όλα τα συνακόλουθα. Όμως οι ΄΄μικρές πολιτείες΄΄ περικλείουν όλη την Ελλάδα. Είναι μικρογραφίες της κοινωνίας και του κόσμου όλου.
        Ας είναι λοιπόν.
Η λέξη Ανδραβίδα με καταδική μου ερμηνεία, ετυμολογικά και περισσότερο εννοιολογικά, συντίθεται από δυο αυτόνομες λέξεις – έννοιες : ΄΄άνδρας΄΄ και ΄΄βίδα΄΄. Έτσι το πρώτο συνθετικό χαρακτηρίζει και σηματοδοτεί τη μικρή κοινωνία της και το δεύτερο επισημαίνει τη σπουδαιότητα και τη σχετικότητα της συγκεχυμένης και μη απόλυτης υποδομής του κάθε ατόμου, είτε αυτή είναι οργανική είτε όχι. Αν δε, επεκταθούμε και στις ατραπούς της σκέψης και της φαντασίας τότε είναι που θα μπλοκάρει και το μυαλό του Θεού. Οι στροφές της βίδας και το τρελό της στρίψιμο.
Παραδεχτό είναι ότι αναλογία οιστραδιόλης-τεστοστερόνης καθορίζει το βαθμό της  ΄΄αρσενικότητας΄΄ ή της θηλυκότητας ενός οργανισμού. Κι όμως έτσι είναι. Η ζωή η ίδια το αποδεικνύει και το επιβεβαιώνει. Οπότε προκύπτουν άνδρες και γυναίκες ΄΄μαϊμού΄΄ που λένε. Όλα μαζί και όλα χώρια.
Αποτέλεσμα εικόνας για ομοφυλόφιλοιΈνας τέτοιος άνδρας, ήταν τότε ο Πέτρος, ή κατά κόσμο κυριολεκτικά ¨Αλίκη¨ .  Παιδαράς με τα όλα του. Μπόι πρώτο, μαύρα μαλλιά και μαύρα -ελίσια μάτια με μακριές βλεφαρίδες.
-Αχ ρε Πετράκο, εσύ θα μπορούσες να είχες… πάρει τις πιο ωραίες γκόμενες της περιοχής, του λέω ένα βράδυ ανάμεσα στον απόηχο της μουσικής και στην παραζάλη από τον καπνό και το ποτό, και μου απαντά με στόμφο συν την ανάλογη πόζα με το μπρίο που στο έπακρο διαθέτουν αυτοί οι τύποι:
-Τι λες Θεόδωρε, είσαι και επιστήμων είσαι και αφελής, για να μην πω την άλλη λέξη, την εθνική, που πάει και γάντι. Και τώρα δεν έχω …πάρει όλους τους άνδρες της Ανδραβίδας και των περιχώρων;
Ήπια μια γουλιά ποτό, τράβηξα δυο-τρεις ρουφηξιές από το σιγαρέτο και αφέθηκα στις σκέψεις μου. Άλλωστε τι να ‘λεγα. Τα είχε πει όλα η Αλίκη μαζί με μια φράση.
Ας πάμε τώρα στη ΄΄βίδα΄΄.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Το κείμενο γράφτηκε το 1991 και περιλαμβάνεται στο 
βιβλίο μου "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ" που 
εκδόθηκε το 1998. Όπως θα εξακριβώσετε και σεις, 
αποτελεί έναν προφητικό λόγο είκοσι (20) χρόνια 
περίπου πριν την ΚΡΙΣΗ!!! 


Τι σου είναι ο άνθρωπος! Τι η ζωή και τι η κοινωνία!
Το βάθος της καρδιάς του ανθρώπου πιο μεγάλο και από εκείνον του ωκεανού. Ο ιστός της κοινωνίας πιο δαιδαλώδης και απ’ αυτόν της αράχνης!
Αμ η ζωή; Και τα τρία μαζί. Πυρ γυνή και θάλασσα.


Όσα είναι  τα χρώματα της ίριδος, τόσες και οι φάσεις της ψυχής του ανθρώπου. Και οι αντιφάσεις; Άλλες τόσες. Οι επιθυμίες; Οι απολαύσεις; Οι ορέξεις; Οι ορμές και οι παρορμήσεις; Βάθος αμέτρητο, απύθμενο και αβυσσαλέο. Όλα αποκυήματα της σκέψης και της φαντασίας του. Όλα δημιουργήματα του ανθρώπου. Στον άνθρωπο ο Θεός, στον άνθρωπο και ο διάβολος.
Και η κοινωνία; Μόνο κατ΄ όνομα και φωτογραφία. Από την οικογένεια μέχρι το κράτος. Της φύσης άρχουσα δύναμη η βαρύτητα. Της κοινωνίας μήπως τα συντάγματα; Οι νόμοι; Οι αρχές; Ίσως κάπου υπάρχουν. Εδώ, αν μη τι άλλο, κυριαρχούν σαν σφιγκτήρες της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Και όχι μόνο.
Αλλά και της αλλοτρίωσής του.
Από κοντά και οι άλλοι κοινωνικοί συνδετήρες.
Τα ήθη, τα έθιμα αντάμα με τον ηθικό και θρησκευτικό ορθολογισμό.
Τα κόμματα συνημμένα δήθεν με το δημοκρατικό ορθολογισμό.
Το απόλυτο και ο δογματισμός όλων αυτών νομοτελειακά και ανεπιστρεπτί οδηγούν τον άνθρωπο στην ισοπέδωση και την πλήρη παθητικότητα.
Όμοια και όλες οι κοινωνικές συνιστώσες στο ίδιο καζάνι βράζουν.
Πάρε τη μια και βάρε την άλλη.

Η δικαιοσύνη, η παιδεία, η οικονομία, ο πολιτισμός, η περίθαλψη κλπ.
Ας δούμε μία έτσι τυχαία,  την οικονομία.
Η οικονομία και από κοντά η δίδυμη καρτεσίνα της, η τοκογλυφία.
Τράπεζες και παρατράπεζες προσφέρουν δάνεια με τόκους και επιτόκια.
Θύρα εξόδου η ακάλυπτη επιταγή.
Οι εφορίες και οι αγορανομίες με αρειμάνιο τρόπο αρέσκονται στα ΦΠΑ και στις αποδείξεις. Τα καπέλα, τα φακελάκια, τις υπερτιμολογήσεις – τους πραγματικούς οφθαλμούς της παραοικονομίας- προκλητικά τους αγνοούν.
Αποτέλεσμα; Λήθαργος και κώμα όλης της κοινωνίας. Τα εγκεφαλικά επεισόδια της απανωτά και αδιάλειπτα.
Κι έρχεται η κλοπή, η παράνομη, η μη κίβδηλη όμως, σαν αντισφραγίδα της ιδιοκτησίας, σαν έξοδος ανάγκης και επιβίωσης πλέον.
Και να ‘μαστε, στην ερώτηση, που ανελέητα σφυροκοπά (πρέπει να) κάθε μέλος αυτής της κοινωνίας, κάθε πολίτη.
-Τι φταίει;
-Ποιοι μας οδηγούν,επιδιώκουν αυτή την κατάσταση;
Μήπως η αντίληψη, η κουλτούρα αυτού του λαού;
Μήπως η πλήρης παθητική στάση του πολίτη και η αποφυγή κάθε πρωτοβουλίας, έστω και ελάχιστης φαντασίας;
Μήπως η ανευθυνότητα, ακρογωνιαίος λίθος της εαυτούλικης αναφοράς και της ιδιοτέλειας του πιο φτηνού συμφέροντος;
Μήπως μωρέ η ανικανότητα;
Ο τρόπος διοίκησης;
Ποιας διοίκησης; Εκείνης των δημοσίων υπηρεσιών ή της άλλης, εκείνης των προϊσταμένων του κρατικού μηχανισμού; (λέγε τους Υπουργικό Συμβούλιο και Σια).
Πλέον δεν χωρά καμιά αμφιβολία.
Και του ηλίου φαεινότερο.
Τούτη η χώρα, η ωραία μας Ελλαδίτσα, πάει από το κακό στο χειρότερο.
Μη γελιόμαστε, το κάθε πέρυσι και καλύτερα είναι ρεφρέν στου καθενός τα χείλη. Νομοτελειακά βαδίζουμε στο άγνωστο.
Τα γραφτά μου αυτά δεν έχουν ούτε κόκκο απόλυτης και δογματικής αναφοράς. Πράγμα που είναι βασικό σύμπτωμα του άκαμπτου νεοέλληνα, μέχρι γαϊδουρινής μωρίας.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ



Είναι το πρώτο διήγημα από το βιβλίο μου
 "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ 
ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΖΩΑ" 
που εκδόθηκε πριν 20 χρόνια!!! 

          Πεντέμισι  χρόνια στη Κτηνιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης, είκοσι-οχτώ  μήνες αεροπορία, πέντε χρόνια δουλειά σε  χοιροστάσια στο Άργος και στη Κόρινθο και να ‘μαι στην ηλικία του Χριστού, στην Ανδραβίδα, σαν κρατικός κτηνίατρος.
Η Ανδραβίδα είναι μια αγροτική μικρή πόλη (4-5 χιλιάδες κατοίκους) στον κάμπο της Ηλείας. Τον καιρό της Φραγκοκρατίας ήταν πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου του Μορέως. Η μετέπειτα πορεία της και μάλιστα στα νεώτερα χρόνια, παρά τη πλούσια γεωγραφική θέση, ακολούθησε εντελώς φθίνουσα πορεία. Η κατάληξη πλέον να βρίσκεται η Ανδραβίδα κάτω από την απόλυτη ιμπεριαλιστική επικυριαρχία των πολύ κοντινών πόλεων, Λεχαινών και Γαστούνης. Πάντως για μένα, αυτός ο τόπος υπήρξε το πρώτο κοινωνικό και επαγγελματικό σχολείο. Γι’ αυτό το λόγο, τα περισσότερα περιστατικά και γεγονότα, που αναφέρω σε αυτό το πόνημα της ψυχής μου, έχουν διαδραματισθεί στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας. Εδώ γνώρισα από  ανθρώπους κάθε καρυδιάς καρύδι :  το φιλόξενο, το νομοταγή, τον πλεονέκτη, το νεόπλουτο, τον κεμπάρη, το χασικλή, τον ψευτόμαγκα, το ρουφιάνο... Και με τι δε με τραπέζωσαν. Φαραώνι με κρεμμύδια, κόκορα με χυλοπίτες, βραστό μουνούχι με αβγόσυκα, μέχρι φασολάδα και  χλωρή  κρεμμυδοσαλάτα. Όσο φτωχός ήταν ο άνθρωπος τόσο ζεστός και καλός ήταν μαζί μου. Οι έχοντες και περισσότερο οι κατέχοντες μου έβγαζαν πρώτα το λάδι και μετά με φίλευαν κάτι. Αλλιώς ούτε μια απλή πορτοκαλάδα. Βέβαια ο νους σας να μην πάει σε αμοιβές, παροχές και τοιαύτα καθότι απ’ αυτά τα τυχερά του επαγγέλματος έβγαζα δεν έβγαζα τα τσιγάρα μου.
 
Δεν είχα προλάβει να γυρίσω στο σπίτι μου εκείνο το βράδυ. Η ώρα θα ήταν γύρω στις δέκα με δέκα και μισή κι ό,τι είχα βγάλει τα παπούτσια μου στο διάδρομο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το χερούλι της πόρτας να χτυπά σαν δαιμονισμένο. Αμάν-λέω μέσα μου-για να δούμε τι θα μας τύχει κι απόψε.
 Ήταν ο πρώτος καιρός οπότε λόγω της σχετικής απειρίας κυριαρχούσε το συναίσθημα της φοβίας και το σύμπτωμα της εφίδρωσης με όλα τα συνακόλουθά τους, αν και - όπως έλεγαν- επεδείκνυα την ανάλογη πρεμούρα για τη δουλειά και την επιστήμη μου. Από το χτύπο της πόρτας ξεχώριζα αν  ζητούσαν  βοήθεια του κτηνιάτρου ή όχι, οπότε έπραττα τα δέοντα, που καμιά φορά ήσαν και συμφέροντα.
Όλα αυτά, ευτυχώς, μέχρι να πάω στο στάβλο.

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Η ΕΞΟΔΟΣ

Είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνεται 
στο βιβλίο μου "ΑΝΑΛΟΓΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ"
 και αναφέρεται στα αλλοτινά 
χρόνια της στρατιωτικής μου θητείας. 

Τότε στην αεροπορία σαν παλιοσειρές  είχαμε και τις εξόδους μας στην πόλη. Συχνά τα τσουγκράγαμε σε κανά κουτουκάκι. Αλλά τις πιο πολλές φορές τα πίναμε σε τσιπουράδικα, που ήταν απλωμένα σαν μανιτάρια σε κάθε γωνιά της Λάρισσας! Το τσίπουρο το ‘φερναν σε κάτι μποτίλιες μικρές γυάλινες και κομψές που γέμιζαν- δε γέμιζαν πέντε ποτηράκια. Κάθε τέτοιο καραφάκι συνοδευόταν από την ακολουθία του. Η ακολουθία ήταν πιατάκια, πάντα προσεγμένα και διαφορετικά. Ψαράκια, γίγαντες, κεφτέδες, χοιρινό. Οχτώ διαφορετικά είδη. Μια βραδιά με τον Παναγιώτη ήπιαμε δέκα καραφάκια με την ανάλογη συνοδεία τους. Μέχρι που εγώ έγινα κουνουπίδι και ξέρασα όλες τις συνοδείες.
ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ
Αρκετές φορές πηγαίναμε σινεμά, αλλά οι σινεμάδες έφερναν καλό έργο αραιά και πού. Άλλοτε αράζαμε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, περισσότερο γιατί εκεί σύχναζαν αρκετές γκομενίτσες και πουλώντας ψιλοκουλτούρα όλο και κάτι γινόταν. Ψιλοπράγματα βέβαια, αλλά δεν είχαμε να κάνουμε και τίποτα καλύτερο και πιο αποδοτικό. Υπήρχε και ο ΟΤΕ αλλά πήγαιναν πολλοί φαντάροι εκεί μέσα και μάλιστα γιοι μας και νεώτεροι, οπότε μας την έσπαζαν και δεν τη βρίσκαμε καθόλου.
Από τα πολλά σούρτα-φέρτα στη βιβλιοθήκη τακιμιάσαμε με τον βιβλιοθηκάριο, οπότε μας λέει μια βραδιά:
-Ρε σεις, δεν έχετε κανά ποιηματάκι να φέρετε στο διαγωνισμό που προκηρύσσει η βιβλιοθήκη;
Αρχίσαμε να το ψάχνουμε το πράγμα από όλες τις μεριές, καθότι εάν δίναμε κάτι, θα είχαμε ένα λόγο παραπάνω να κάνουμε το χαβαλέ μας πιο άνετα. Εξ άλλου σαν Έλληνες, που οι επτά στους δέκα γράφουν ποιήματα, είχαμε και απ΄ αυτό το είδος. Τελικά, ακολούθησε σχετική σύσκεψη και αποφασίσαμε να δώσουμε την ΄΄Έξοδο΄΄.
Το πρόβλημα που προέκυψε όμως ήταν αλλού. Ανώνυμο δεν γινόταν δεκτό. Απαιτούσε όνομα και υπογραφή. Αλλά ποιος τολμούσε από τους ένστολους πολίτες; Έτσι το δώσαμε με ψευδώνυμο.
Εντάξει μέχρι εδώ. Στη συνέχεα όμως τα πράγματα έγιναν πιο σοβαρά και πήραν τη δική τους τροπή.
Ήταν ο Α΄ Πανθεσσαλικός διαγωνισμός της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης Λαρίσης

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΤΣΑΜΠΑΣΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ο τσαμπάσης
Η ζωή κάνει κύκλους στο χρόνο, η ιστορία γωνίες σαν πολύγωνο. Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και εκφάνσεις, ουδεμιάς εξαιρουμένης, είναι συνιστώσες και διαγώνιες άλλων προγενέστερων καταστάσεων. Κυρίως όμως μικρότερων και λιγότερο σημαντικών. Τα μεγάλα είναι αθροίσματα των μικρών, τα σημαντικά, απαυγάσματα των ασήμαντων. Και για την ύλη και για το πνεύμα. Οι άβακες που αποτελούσαν τις πρώτες αριθμομηχανές στην προϊστορική Ελλάδα, δεν είναι πρόγονοι των ηλεκτρονικών υπολογιστών(Η/Υ);
Τα πάντα με ένα λόγο εξελίσσονται, μεταλλάσσονται και τροποποιούνται. Τίποτα δεν έρχεται από το πουθενά αλλά και τίποτα δεν εξαφανίζεται. Και οι εφευρέσεις ουδόλως αποτελούν παρθενογενέσεις.
Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υποκείμενο και αντικείμενο όλων των προαναφερθέντων. Στις δε λειτουργίες της ανάγκης και επιβίωσης, που πρωτοστατεί η εργασία, όλες οι παραπάνω αρχές επαυξάνονται. Η εργασία (τρόπος, ποιότητα, απόδοση) καθορίζει το είναι. Το γίγνεσθαι είναι δουλειά των επαϊόντων και των αρμόδιων ειδικών. Οι διάφορες μορφές της εργασίας είναι τα επαγγέλματα.
Μόνο στις τελευταίες δεκαετίες εάν ανατρέξουμε, γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης, της ακμής και συγχρόνως της παρακμής και της εξαφάνισης αμέτρητων επαγγελμάτων. Ένα τέτοιο επάγγελμα είναι ο τζαμπάσης ή τζαμπάζης, επί το ελληνικό, ζωέμπορος.
Οι τζαμπάσηδες λοιπόν, είναι (καλύτερα ήταν) οι μεσίτες, οι έμποροι για όλα τα είδη των μεγάλων ζώων, κυρίως των αλόγων. Αυτό, διότι η διακίνηση ήταν πολύ ευκολότερη και ταχύτερη. Το ίδιο το άλογο χρησιμοποιούσαν και σαν μεταφορικό μέσο.
Αποτέλεσμα εικόνας για ο τσαμπάσηςΚυρίως οι τζαμπάσηδες δεν διέθεταν κανένα παραγωγικό μέσο, αλλά ούτε και περιουσιακό στοιχείο, εκτός ίσως από μια χαμοκέλα και αυτή πλίθινη. Ήταν μ΄ ένα λόγο προλετάριοι, με όλη τη σημασία της λέξης. Επομένως ήταν αδέσμευτοι, ανεξάρτητοι από κάθε κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική οριοθέτηση και προτροπή. Ελεύθεροι σαν τα πουλιά.
Από τη μια η ανάγκη επιβίωσης και από την άλλη, το δαιμόνιο της φυλής, συνέβαλαν στη μεγάλη ανάπτυξη πολλών ψυχικών χαρισμάτων, όπως η εξυπνάδα, καπατσοσύνη, διπλωματία, ψιλοκατεργαριά (Εθνική Ελλάδος γεια σου).
Όλα τα παραπάνω τελικά διαμόρφωναν, αφενός τον ίδιο το χαρακτήρα, με πρώτους συντελεστές τη ραθυμία, τη ραστώνη και την ελευθεριότητα (αραλίκι, ταβέρνα, πιοτί, γλέντια, χοροί, τσιγαριλίκι, ποδόγυρο) και αφετέρου, τον τρόπο αμφίεσης που ήταν παρεμφερής μ΄ εκείνον των ρεμπετο-ντερβίσηδων. Πατούμενο μαύρο, μυτερό, παντελόνι με μπροσθότσεπες και ρεβέρ, γιλέκο με το ρολογιά στο τσεπάκι, τραγιάσκα το χειμώνα και ντρίτσα το θέρος, μουστάκι τριζάτο, μαλλί κολλαριστό με μπριγιαντίνη. Και η κεχριμπαρένια κομπολογιά πάντοτε πρώτη και κυρίαρχη. Με το κουτσαβακίστικο, μάγκικο στυλ, διέφεραν αρκετά. Είχαν όμως και αρκετά κοινά σημεία. Όπως το φιλότιμο και το θεριακλιδίκι. Μαγκιά, κλανιά, εξάτμιση και κολοκουβαρίστρα, χωρίς το πρώτο καθοριστικό.
Όλες αυτές οι επενδύσεις και οι εξαρτήσεις της μορφής, της στάσης και της συμπεριφοράς, τόσο πολύ επικράτησαν με το χρόνο, ώστε έγιναν ιδιαίτερα γνωρίσματα της ιδιοσυγκρασίας, της ταυτότητας όλων των τζαμπάσηδων.
Αναφέροντας σχετικά περιστατικά και εικόνες των τζαμπάσηδων της Ανδραβίδας, που ήταν η κοιτίδα σε όλον τον δυτικό Μοριά, γίνεται πιο κατανοητό το μεγαλείο του υπό εξαφάνιση επαγγέλματος. Τι υπό εξαφάνιση; H εξαφάνιση του είδους έχει επιτελεσθεί πλήρως.
Οι τζαμπάσηδες λοιπόν της Ανδραβίδας, είχαν αγορά ολόκληρη τη δυτική Πελοπόννησο, από το Μελιγαλά και το Κοπανάκι της Μεσσηνίας, μέχρι πάνω τα Καλαβρυτοχώρια. Ήταν παντού καλοδεχούμενοι. Όλες οι πόρτες ήταν διάπλατες για την αφεντιά τους. Στα περισσότερα κονάκια τους θεωρούσαν σαν τους επίσημους ξένους, τους κοσμογυρισμένους. Το είχαν τιμή και καμάρι να τους φιλοξενούν. Εκατοντάδες λειροκόκκινα κοκόρια και άλλες τόσες γαλοπούλες είχαν θυσιαστεί στον υπέρ πάντων αγώνα, παρόλο που τις μοσχοανάθρεφαν για τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων, μια και θα κόπιαζε ο γιος από την πρωτεύουσα. Αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στην άλλη ΄΄θυσία΄΄. Μαντηλοφόρες εξηντάρες χήρες (η γριά κότα έχει το ζουμί ! ) καθώς επίσης και άσπρες-άσπρες τσούπρες σαν το γάλα, κάπου-κάπου και καμία παπαδιά, είχαν πέσει ηρωικώς αντιστεκόμενες, στα πλάνα, λάγνα μάτια και στα τσιγκελωτά μουστάκια των τζαμπάσηδων.